Περισσoτερα"/>
Home > Πολιτική επικαιρότητα > Θέσεις ΓΣΕΒΕΕ επί του Προϋπολογισμού 2020

Θέσεις ΓΣΕΒΕΕ επί του Προϋπολογισμού 2020

Τις θέσεις της για τον Προϋπολογισμό του 2020 απέστειλε προς τα πολιτικά κόμματα, τους βουλευτές και την Διαρκή Επιτροπή Οικονομικών Υποθέσεων η ΓΣΕΒΕΕ. Στην εισήγησή της αναφέρει συνοπτικά τα ακόλουθα: «Με την κατάθεση του Προϋπολογισμού 2020 ουσιαστικά εγκαινιάζεται μια νέα περίοδος οικονομικής πραγματικότητας, η οποία περιλαμβάνει περισσότερους βαθμούς ελευθερίας στην άσκηση δημοσιονομικής πολιτικής,- ως συνδυαστική συνέπεια της εξόδου από τα προγράμματα οικονομικής προσαρμογής και την υπαγωγή της χώρας σε καθεστώς αυξημένης εποπτείας-, αλλά ταυτόχρονα κρύβει κινδύνους ως προς το διεθνές μακροοικονομικό περιβάλλον στο οποίο η χώρα επιχειρεί την αναπτυξιακή της ανασυγκρότηση. Συνολικά, πρόκειται για την απόπειρα εφαρμογής ενός ισορροπημένου μίγματος μείωσης συντελεστών φόρων και δαπανών, που στηρίζεται στην παραδοχή επιτάχυνσης της μεγέθυνσης για το 2020, σε ποσοστά άνω του 2,5%.

Ως προς την αξιολόγηση των μακροοικονομικών προβλέψεων του Προϋπολογισμού 2020, είναι σαφές ότι η κυβέρνηση στηρίζει την αύξηση του ΑΕΠ κυρίως στην προσδοκία ανόδου των επενδύσεων κατά 13,4% (που εκκινά ούτως ή άλλως από χαμηλή βάση) και στην ισόρροπη εξέλιξη των μεγεθών της ιδιωτικής κατανάλωσης και του εξωτερικού ισοζυγίου. Όπως προκύπτει, ο κεντρικός μηχανισμός ενεργητικής παρέμβασης για την κινητοποίηση των επενδύσεων είναι η σχεδιαζόμενη μείωση των φόρων στις επιχειρήσεις- με τάσεις αποκλιμάκωσης για τα επόμενη έτη-, καθώς εξωγενώς δεν αναμένεται να διαμορφωθεί ένα πλαίσιο σταθερότητας και μείωσης της αβεβαιότητας από τις εξελίξεις στο διεθνές οικονομικό περιβάλλον. Ωστόσο, η προσδοκώμενη μείωση των φορολογικών συντελεστών συνδέεται με προσδοκία είσπραξης υψηλότερων φόρων, εξ αιτίας θετικών επιπτώσεων εισοδήματος (αύξηση φορολογικής ύλης) και υποκατάστασης (αλλαγή στο μίγμα φορολόγησης).

Παράλληλα, επισημαίνεται ότι δε δύνανται να εξαλειφθούν, παρά μόνο να αμβλυνθούν μεσοπρόθεσμα, δομικά συστατικά της ελληνικής κρίσης, όπως το υψηλό δημόσιο και ιδιωτικό χρέος, το υψηλό ποσοστό ανεργίας και η χαμηλή παραγωγικότητα, καθώς και η παγιωμένη χαμηλή σχέση επένδυσης- κατανάλωσης. Ιδιαίτερα ως προς το σκέλος της μείωσης των μη εξυπηρετούμενων δανείων, η επιχειρούμενη λύση που υιοθετήθηκε μέσα από το σχέδιο «Ηρακλής», φαίνεται να διευκολύνει την πλευρά της προσφοράς πιστώσεων (τράπεζες), αλλά δημιουργεί νέες πολυπλοκότητες για τους δανειολήπτες και την πραγματική οικονομία. Από την άλλη, τα όρια από την αύξηση των τουριστικών ροών (τουριστική άνοιξη) είναι δεδομένα και δεν αποκλείεται να προκύψει μια σχετική ήπια διόρθωση».

Επισυνάπτεται το αναλυτικό κείμενο των θέσεων της Γενικής Συνομοσπονδίας επί του Προϋπολογισμού.

«Θέσεις ΓΣΕΒΕΕ επί του Προϋπολογισμού 2020»

Με την κατάθεση του Προϋπολογισμού 2020 ουσιαστικά εγκαινιάζεται μια νέα περίοδος οικονομικής πραγματικότητας, η οποία περιλαμβάνει περισσότερους βαθμούς ελευθερίας στην άσκηση δημοσιονομικής πολιτικής,- ως συνδυαστική συνέπεια της εξόδου από τα προγράμματα οικονομικής προσαρμογής και την υπαγωγή της χώρας σε καθεστώς αυξημένης εποπτείας-, αλλά ταυτόχρονα κρύβει κινδύνους ως προς το διεθνές μακροοικονομικό περιβάλλον στο οποίο η χώρα επιχειρεί την αναπτυξιακή της ανασυγκρότηση. Συνολικά, πρόκειται για την απόπειρα εφαρμογής ενός ισορροπημένου μίγματος μείωσης συντελεστών φόρων και δαπανών, που στηρίζεται στην παραδοχή επιτάχυνσης της μεγέθυνσης για το 2020, σε ποσοστά άνω του 2,5%.

Ως προς την αξιολόγηση των μακροοικονομικών προβλέψεων του Προϋπολογισμού 2020, είναι σαφές ότι η κυβέρνηση στηρίζει την αύξηση του ΑΕΠ κυρίως στην προσδοκία ανόδου των επενδύσεων κατά 13,4% (που εκκινά ούτως ή άλλως από χαμηλή βάση) και στην ισόρροπη εξέλιξη των μεγεθών της ιδιωτικής κατανάλωσης και του εξωτερικού ισοζυγίου. Όπως προκύπτει, ο κεντρικός μηχανισμός ενεργητικής παρέμβασης για την κινητοποίηση των επενδύσεων είναι η σχεδιαζόμενη μείωση των φόρων στις επιχειρήσεις- με τάσεις αποκλιμάκωσης για τα επόμενη έτη-, καθώς εξωγενώς δεν αναμένεται να διαμορφωθεί ένα πλαίσιο σταθερότητας και μείωσης της αβεβαιότητας από τις εξελίξεις στο διεθνές οικονομικό περιβάλλον. Ωστόσο, η προσδοκώμενη μείωση των φορολογικών συντελεστών συνδέεται με προσδοκία είσπραξης υψηλότερων φόρων, εξ αιτίας θετικών επιπτώσεων εισοδήματος (αύξηση φορολογικής ύλης) και υποκατάστασης (αλλαγή στο μίγμα φορολόγησης).

Παράλληλα, επισημαίνεται ότι δε δύνανται να εξαλειφθούν, παρά μόνο να αμβλυνθούν μεσοπρόθεσμα, δομικά συστατικά της ελληνικής κρίσης, όπως το υψηλό δημόσιο και ιδιωτικό χρέος, το υψηλό ποσοστό ανεργίας και η χαμηλή παραγωγικότητα, καθώς και η παγιωμένη χαμηλή σχέση επένδυσης- κατανάλωσης. Ιδιαίτερα ως προς το σκέλος της μείωσης των μη εξυπηρετούμενων δανείων, η επιχειρούμενη λύση που υιοθετήθηκε μέσα από το σχέδιο «Ηρακλής», φαίνεται να διευκολύνει την πλευρά της προσφοράς πιστώσεων (τράπεζες), αλλά δημιουργεί νέες πολυπλοκότητες για τους δανειολήπτες και την πραγματική οικονομία. Από την άλλη, τα όρια από την αύξηση των τουριστικών ροών (τουριστική άνοιξη) είναι δεδομένα και δεν αποκλείεται να προκύψει μια σχετική ήπια διόρθωση.

Η ΔΟΜΗ ΤΟΥ ΠΡΟΫΠΟΛΟΓΙΣΜΟΥ

Μετά από 3 διαδοχικά έτη επίτευξης υπερπλεονασμάτων, ο Κρατικός Προϋπολογισμός 2020 αναμένεται να διαμορφωθεί εντός των στόχων που προδιαγράφει το μεσοπρόθεσμο πρόγραμμα δημοσιονομικής στρατηγικής (περίπου στο 3,6% του ΑΕΠ).

Για το 2020 προβλέπονται συγκεκριμένες παρεμβάσεις στο σκέλος της φορολογίας που αφορούν στα εξής:

Μείωση φορολογικών συντελεστών νοικοκυριών και επιχειρήσεων

Μείωση εισφορών για απασχολούμενους πλήρους απασχόλησης

Αναστολή ΦΠΑ για νεόδμητα ακίνητα για 3 χρόνια και αναπροσαρμογή συντελεστών ΕΝΦΙΑ

Αποτελεσματικότεροι έλεγχοι στη φορολογία οικονομίας διαμοιρασμού, βραχυπρόθεσμων μισθώσεων

Διεύρυνση των ηλεκτρονικών συναλλαγών

Επιτάχυνση επίλυσης των φορολογικών διαφορών

Είναι χαρακτηριστικό παράδοξο ότι παρά τις σχεδιαζόμενες φορολογικές ελαφρύνσεις, το Υπουργείο Οικονομικών αναμένει σημαντική αύξηση από έσοδα ΦΠΑ και φόρους κατανάλωσης (άνω των 550 εκ.)., αύξηση από φόρους ακίνητης περιουσίας (84εκ.), καθώς και σημαντική αύξηση από τους φόρους φυσικών προσώπων( κατά 323εκ.). Στον αντίποδα, αναμένεται μείωση από τους φόρους νομικών προσώπων κατά 446εκ. Αυτή η αναδιάρθρωση της φορολογικής βάσης ενδεχόμενα δημιουργήσει τεχνικά αλλά και ποιοτικά ζητήματα ανισοκατανομής των φορολογικών βαρών και θα πρέπει να πραγματοποιηθεί σε λελογισμένο βαθμό, χωρίς να διακινδυνευτεί η δημοσιονομική ισορροπία και η εισοδηματική κατανομή εις βάρος των χαμηλότερων οικονομικά στρωμάτων.

Στο σκέλος των δαπανών παρατηρείται αύξηση της συνολικής αξίας κατά 772εκ. για το 2020, ενώ αξιολογείται ως θετική η παρέμβαση για την ενίσχυση των νέων οικογενειών.

Η αύξηση των δαπανών οφείλεται στη λογιστική εξομάλυνση των ασφαλιστικών εισφορών των υπαλλήλων του δημόσιου τομέα υπέρ ΕΦΚΑ, ΕΟΠΥΥ (325εκ.), στη μισθολογική ωρίμανση διαφόρων κατηγοριών (ύψους 129εκ.). Αντίθετα, μείωση παρατηρείται στις προβλέψεις για κοινωνικές μεταβιβάσεις (113εκ.), καθώς και στις αγορές αγαθών και υπηρεσιών εκ μέρους του δημοσίου κατά 489εκ.. Μείωση κατά 500εκ. προβλέπεται για τις δαπάνες ακαθάριστων τόκων.

Σε επίπεδο διάρθρωσης του Προϋπολογισμού, η πρόβλεψη του Υπουργείου Οικονομικών για την υιοθέτηση και παρακολούθηση συγκεκριμένων στόχων ανά Υπουργείο (ετήσια σχέδια προγράμματος ανά Υπουργείο) αποτελεί αναμφίβολα μια σημαντική καινοτομία ως προς το σκέλος παρακολούθησης και εξέλιξης των δαπανών και των εσόδων των φορέων της Γενικής Κυβέρνησης. Το κρίσιμο ζήτημα είναι η ορθή προτεραιοποίηση των κύριων δεικτών επίδοσης (KPIs), η αποτελεσματική εφαρμογή του ελέγχου, δίχως τo διοικητικό και γραφειοκρατικό βάρος που φέρουν οι διαδικασίες αυστηρής τήρησης και παρακολούθησης των διαδικασιών που συνοδεύουν την αντίστοιχη στοχοθεσία. Κρίσιμη παράμετρος είναι η ευελιξία που θα πρέπει να δοθεί στα Υπουργεία ως προς την ανατροφοδότηση και ανασχεδιασμό των στόχων, καθώς και η λειτουργική αυτονομία των Προϋπολογισμών Επενδύσεων ανά μονάδα.

Οι οριζόντιες λειτουργικές παρεμβάσεις που προβλέπονται στο σκέλος των δαπανών (διαχείριση κρατικών οχημάτων, κτηρίων, ενέργειας, μέσων μεταφορών) έχουν θετικό πρόσημο αλλά εκτιμάται ότι δε θα έχουν άμεσο σημαντικό δημοσιονομικό αποτέλεσμα στην εξοικονόμηση πόρων.

ΤΟ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ ΔΗΜΟΣΙΩΝ ΕΠΕΝΔΥΣΕΩΝ

To Πρόγραμμα Δημοσίων Επενδύσεων αποτελεί το κυριότερο «χρηματοδοτικό» εργαλείο που διαθέτει η κυβέρνηση μιας χώρας για την επίτευξη των αναπτυξιακών στόχων. Την περίοδο της κρίσης, ο συγκεκριμένος λογαριασμός υπέστη σημαντικές περικοπές, ενώ ο συνδυασμός συρρίκνωσης της οικονομίας και των δημοσιονομικών μεγεθών οδήγησε σε υποεκτέλεση επενδυτικών έργων και μειωμένη απορρόφηση και καθυστερήσεις πληρωμών. Ένα μεγάλο πρόβλημα που σημειώθηκε κατά τη διάρκεια υλοποίησης προγραμμάτων στο πλαίσιο του Αναπτυξιακού Νόμου ήταν οι σημαντικές χρονικές υστερήσεις μεταξύ πραγματοποίησης δαπάνης, αποπληρωμής και φορολογικής εφαρμογής των ρυθμίσεων, οι έλεγχοι ΕΣΠΑ και η ερμηνεία των κανόνων κρατικών ενισχύσεων.

Η πρόσφατη νομοθετική πρωτοβουλία (νόμος «Επενδύω στην Ελλάδα»), η οποία περιλάμβανε κυρίως ρυθμίσεις διευκόλυνσης μεγάλων επενδυτικών έργων πρέπει να συμπληρωθεί από δράσεις για την ενίσχυση των ΜΜΕ, της περιβαλλοντικής και βιώσιμης ανάπτυξης, και της ανάδειξης των δυνατοτήτων της συνεταιριστικής οικονομίας. ΟΓια το 2020, προβλέπεται αύξηση των διαθέσιμων πόρων για επενδύσεις στα 6, 75 δις (κατά 500εκ.), η κατανομή των οποίων αφορά 6 δις από συγχρηματοδοτούμενα και 750εκ. που προέρχονται από αποκλειστικά εθνικούς πόρους.

Οι επενδύσεις στις υποδομές, τα δίκτυα και τις μεταφορές απορροφούν ένα μεγάλο σκέλος των επενδύσεων αξίας 993εκ, ενώ ιδιαίτερη σημασία έχει η επιτυχής ολοκλήρωση των 9 τρεχόντων τομεακών προγραμμάτων ΕΣΠΑ 2014-2020.

Στο εθνικό σκέλος των δημοσίων επενδύσεων, οι προτεραιότητες που τίθενται αναφορικά με την υποστήριξη των φορέων τοπικής αυτοδιοίκησης, την αντιμετώπιση των επιπτώσεων από τις φυσικές καταστροφές και την άσκηση κοινωνικών πολιτικών αποτελεί θετική ένδειξη. Επισημαίνουμε ότι σε θεσμικό επίπεδο εκκρεμούν αποφάσεις που αφορούν την υλοποίηση δράσεων για την υποστήριξη της επιχειρηματικότητας σε εθνική και περιφερειακή κλίμακα, καθώς και η διεύρυνση του πλαισίου χρηματοδότησης δράσεων έρευνας και ανάπτυξης.

Θετικά αξιολογείται η υιοθέτηση της νομοθετικής πράξης για το Εθνικό Πρόγραμμα Ανάπτυξης, η οποία θέτει τους όρους για τον έγκαιρο σχεδιασμό και την αποτελεσματική κατανομή επενδυτικών πόρων σε κρίσιμους τομείς της ελληνικής οικονομίας. Παράλληλα, θα λειτουργεί επιχειρησιακά υπό το πρίσμα των ρυθμίσεων που διέπουν το πρόγραμμα ΕΣΠΑ. Ωστόσο, θα αποτελούσε σημαντική τομή η θεσμοθέτηση και διαβούλευση επί ενός αυτοτελούς προϋπολογισμού επενδύσεων/ κεφαλαίου, μεσοπρόθεσμης διάρκειας που θα συμπεριλαμβάνει όλες τις δυνητικές πηγές χρηματοδότησης και θα αξιοποιεί το ρόλο της Αναπτυξιακής Τράπεζας.

Αξιολόγηση κοινωνικού προϋπολογισμού

Η ενότητα του κοινωνικού προϋπολογισμού που περιλαμβάνει τους λογαριασμούς για τα ασφαλιστικά ταμεία, την καταπολέμηση της ανεργίας, την υγεία και τις προνοιακές παροχές, το δημοσιονομικό αποτέλεσμα για το 2020 προβλέπεται να είναι θετικό κατά 1,8 δισ, €, αυξημένο κατά 178 εκ. € σε σχέση με τις εκτιμήσεις για το 2019.

Το αποτέλεσμα αυτό φαίνεται πως βασίζεται σε ένα εκτιμήσεων που οφείλονται στο θετικό οικονομικό κλίμα που επικρατεί και σε οικονομικές παραδοχές που δεν έχουν ακόμα επαληθευτεί. Τούτο ενέχει τον κίνδυνο μη επίτευξης των στόχων και καθώς το συνολικό δημοσιονομικό αποτέλεσμα για το 2020 προβλέπεται οριακά πάνω από τον στόχο (πρωτογενές πλεόνασμα 3,8%), ενδεχόμενα δεν θα προκύψει επαρκής δημοσιονομικός χώρος για επιπλέον χρηματοδότηση προκειμένου να καλυφθούν δυνητικές απώλειες. Η απόπειρα εφαρμογής ενός ισορροπημένου μίγματος οικονομικής πολιτικής που από τη μια απελευθερώνει παραγωγικούς πόρους και από την άλλη διατηρεί κοινωνικές και προνοιακές παροχές προς τους ασθενέστερους, μπορεί να διαταραχτεί δημιουργώντας την ανάγκη αρνητικών διορθωτικών πολιτικών προς την μια ή την άλλη κατεύθυνση. Επιπλέον ασαφές είναι πως θα καλυφθεί το κόστος που πιθανόν θα προκύψει από τις αλλαγές στο ασφαλιστικό σύστημα λόγω της υποχρέωσης αναδιάρθρωσής του που έχει γεννηθεί μετά από τις αποφάσεις του ΣτΕ.

Ειδικότερα για τον κοινωνικό προϋπολογισμό το θετικό δημοσιονομικό αποτέλεσμα βασίζεται κυρίως στα ακόλουθα:

Στην διεύρυνση της ασφαλιστικής βάσης από την αναμενόμενη αύξηση της απασχόλησης κατά 1,8% για το 2020, την καταβολή από πλευράς του Δημοσίου ως εργοδότη εισφορών προς τον ΕΦΚΑ (13,33%) εξομοιώνοντας το με τους εργοδότες του ιδιωτικού τομέα και την πρόσφατη αύξηση κατά 12% του κόστους των επιπλέον ωρών εργασίας των συμβάσεων μειωμένου ωραρίου (μερική και εκ περιτροπής απασχόληση). Από τα παραπάνω αναμένεται αύξηση των εσόδων για εισφορές της τάξης των 593 εκ. €. Περίπου τα 300 εκ. € (σύμφωνα με το ΜΠΔΣ) εκτιμάται ότι θα προέλθουν από την αύξηση των εισφορών που θα καταβάλει το Δημόσιο. Το υπόλοιπο (293 εκ. €) αναμένεται να προέλθει κυρίως από την αύξηση της απασχόληση.

Στην μείωση της συνταξιοδοτικής δαπάνης κατά 192 εκ. €, που ωστόσο είναι ασαφές από που θα προκύψει.

Στην σημαντική μείωση της κρατικής χρηματοδότησης κατά 475 εκ. €, που δημιουργεί ερωτηματικά για την ομαλή καταβολή του συνόλου των ασφαλιστικών παροχών στην περίπτωση που δεν επιτευχτούν οι υπόλοιποι στόχοι.

Στην μείωση των προνοιακών παροχών κατά 76 εκ. €. Συγκεκριμένα προβλέπεται μείωση κατά 369 εκ. € για τις παροχές ανασφάλιστων υπερήλικων (5 εκ.), οικογενειακών (139 εκ.), στεγαστικών (52 εκ.) και προς ΑμΕΑ (173 εκ.) επιδομάτων. Αντίθετα αυξημένος κατά 170 εκ. € παρουσιάζεται ο προϋπολογισμός του Κοινωνικού Εισοδήματος Αλληλεγγύης (ΚΕΑ), ενώ προβλέπονται και επιπλέον 123 εκ. € ως επίδομα γέννησης (2000 € ανά παιδί που θα γεννιέται από 1/1/2020) που

αποσκοπεί στην αντιμετώπιση του δημογραφικού προβλήματος. Οι παραπάνω παρεμβάσεις που φαίνεται πως κυρίως στοχεύουν στην παρουσίαση καλύτερου δημοσιονομικού αποτελέσματος (ισοσκελισμένου) σε σχέση με το 2019, δημιουργούν προβληματισμό ως προς τις προθέσεις της κυβέρνησης για την στήριξη των πιο ευπαθών κοινωνικών στρωμάτων. Οι οριζόντιες μειώσεις που γίνονται σε όλες τις βασικές και αναγκαίες προνοιακές παροχές, εκτός από την συνολική μείωση που επιφέρουν, δημιουργούν προβληματισμό και σε σχέση με την εσωτερική αναδιανομή που γίνεται μεταξύ υφιστάμενων και νέων προνοιακών παροχών.

Στην μείωση του προϋπολογισμού του ΟΕΑΔ κατά 70 εκ. €. Αυτό οφείλεται στην αναμενόμενη μείωση των εσόδων κατά 20 εκ. €, λόγω των μειωμένων ασφαλιστικών εισφορών κατά 0,9 της μονάδας για τους πλήρους απασχολούμενους στον ιδιωτικό τομέα που θα εφαρμοστεί από το 2ο εξάμηνο του 2020, στην μείωση κατά 50 εκ. € των μεταβιβάσεων του ΠΔΕ προς τον ΟΑΕΔ και στην μείωση των δαπανών για προγράμματα απασχόλησης κατά 90 εκ. €. Η συνολική μείωση του προϋπολογισμού του ΟΕΑΔ δημιούργει εύλογα ερωτηματικά ως προς τις προθέσεις της κυβέρνησης σχετικά με τον σκοπό, τον τρόπο λειτουργίας και την επαρκή χρηματοδότηση του οργανισμού, όταν μάλιστα δεν έχει προηγηθεί και ο απαραίτητος κοινωνικός διάλογος.

Η ΕΞΕΛΙΞΗ ΤΟΥ ΔΗΜΟΣΙΟΥ ΧΡΕΟΥΣ

Η επιτυχία με την οποία στέφθηκαν και οι τέσσερις εκδόσεις ομολόγων στις οποίες προέβη η Ελλάδα το 2019, από κοινού με την μείωση των επιτοκίων δανεισμού (από 3,875% τον Μάρτιο του 2019 στο 1,5% τον Οκτώβριο για τα δεκαετή ομόλογα) σε σημείο διαμόρφωσης αρνητικού επιτοκίου στις δημοπρασίες τρίμηνων εντόκων τον Οκτώβριο και Νοέμβριο εκφράζουν την αλλαγή κλίματος στις συνθήκες δανεισμού της Ελλάδας.

Παρόλα αυτά τα θετικά σημάδια, που διαμορφώνουν τους όρους ώστε να περάσουν και στον ιδιωτικό τομέα οι ευνοϊκότερες συνθήκες δανεισμού του δημοσίου υπερβαίνοντας το σημερινό απαγορευτικό κόστος του χρήματος ακόμη και για μεγάλες επιχειρήσεις, προέρχονται κατά κύριο λόγο από ένα ακραία ευνοϊκό διεθνές περιβάλλον ασυνήθιστα υπερβολικής ρευστότητας. Αυτό το περιβάλλον υπερπροσφοράς ρευστότητας θα ενταθεί το αμέσως επόμενο διάστημα λόγω της απόφασης που έλαβε η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα να επανεκκινήσει από την 1η Νοεμβρίου 2019 το Πρόγραμμα Ποσοτικής Χαλάρωσης, παρά τις ισχυρές αντιρρήσεις που κατατέθηκαν στη διοίκησή της. Η πρόσφατη δε άρση των κεφαλαιακών περιορισμών που επέβαλε η ΕΚΤ στην Ελλάδα τον Ιούλιο του 2015 καταργεί κάθε πρόσχημα για την συμπερίληψη στο “καλάθι” των αγορών και ελληνικών ομολόγων, κατ’ αναλογία φυσικά της εθνικής συμμετοχής στο μετοχικό κεφάλαιο της ΕΚΤ.

Το ευνοϊκό διεθνές περιβάλλον και οι θετικές προοπτικές ωστόσο δεν θα πρέπει να μάς οδηγούν να χάνουμε από την οπτική μας το γεγονός ότι η Ελλάδα έχει ένα δυσθεώρητο δημόσιο χρέος όχι μόνο για τα ευρωπαϊκά σχετικά αυστηρά δεδομένα αλλά και για τα διεθνή. Το χρέος της γενικής κυβέρνησης από 329,3 δισ. ευρώ (173,3% του ΑΕΠ) που εκτιμάται ότι θα κλείσει το 2019 για το 2020 προβλέπεται να φτάσει τα 329,5 δισ. ευρώ (167% του ΑΕΠ). Το χρέος αυτό χαρακτηρίζεται βραχυχρόνια βιώσιμο αποκλειστικά και μόνο επειδή το συντριπτικά μεγαλύτερο μέρος του (71,1% του χρέους της κεντρικής διοίκησης στις 30 Σεπτεμβρίου 2019) αποτελείται από δάνεια του Μηχανισμού Στήριξης. Λόγω επίσης των μέτρων διευκόλυνσης που εφαρμόστηκαν από τους πιστωτές. Η συμμετοχή αυτή όμως που προσφέρει μια σταθερότητα, προϊόντος του χρόνου, μειώνεται.

Την ακριβή θέση της Ελλάδας στον διεθνή χάρτη των επενδύσεων αποδίδουν με μεγαλύτερη αξιοπιστία οι βαθμολογίες των οίκων αξιολόγησης, που από κοινού κατατάσσουν την Ελλάδα πολύ κάτω από την κατηγορία των ομολόγων που ενδείκνυνται για επενδύσεις. Είναι προφανές ότι όσο οι οίκοι αξιολόγησης αποτρέπουν τους επενδυτές από την αγορά ελληνικών ομολόγων, κρίνοντας ότι έχουν υψηλό κίνδυνο, οι προσπάθειες προσέλκυσης επενδύσεων θα έχουν περιορισμένα αποτελέσματα.

Για την κυβέρνηση οι προοπτικές κλεισίματος της παρένθεσης που άνοιξε το 2010 κι οι ελπίδες αποφυγής μιας νέας δημοσιονομικής κρίσης έχουν εναποτεθεί στους ρυθμούς ανάπτυξης του ΑΕΠ. Με βάση αυτό το σενάριο η ανάπτυξη της οικονομίας ακόμη και κατά 2% κατά μέσο όρο ετησίως, όπως συμβαίνει από το 2017, θα επιτρέψει στο δημόσιο χρέος, ακόμη και στην περίπτωση που ως απόλυτο μέγεθος παραμένει σταθερό, να μειώνεται κατά 6-7 ποσοστιαίες μονάδες ως ποσοστό του ΑΕΠ, που είναι και το διεθνές μέτρο σύγκρισης. Έτσι, ο στόχος είναι σε μια δεκαετία το δημόσιο χρέος να φτάσει στο επίπεδο που ήταν πριν το ξέσπασμα της διεθνούς κρίσης το 2008.

Αυτή η προβολή χαρακτηρίζεται από ορισμένες σοβαρές αδυναμίες που καθιστούν το δημόσιο χρέος ωρολογιακή βόμβα στα θεμέλια της ελληνικής οικονομίας.

Η πρώτη αδυναμία αφορά στην υπόθεση ότι το σημερινό διεθνές περιβάλλον δανεισμού θα συνεχίσει να είναι εξ ίσου ευνοϊκό και στην επόμενη δεκαετία. Αυτή η παραδοχή είναι αυθαίρετη. Ποτέ άλλοτε στην πρόσφατη ιστορία δεν παρατηρήθηκαν τόσο χαμηλά επιτόκια κρατικού δανεισμού Επιστροφή στην κανονικότητα για τις συνθήκες δανεισμού θα σημάνει όμως ότι η αναχρηματοδότηση του χρέους (δανείων ή ομολόγων που λήγουν) θα γίνεται με δυσμενείς όρους, που θα επιβαρύνουν περαιτέρω και άμεσα τη βιωσιμότητα του χρέους.

Η δεύτερη αδυναμία του κυρίαρχου σεναρίου σχετίζεται με την ίδια την ελληνική οικονομία. Η υποχρέωση εμφάνισης πρωτογενών πλεονασμάτων (3,5% ως το 2022 και πάνω από 2% μέχρι το 2060) καταδικάζει την οικονομία σε μια διαρκή υφεσιακή ροπή. Η προτεραιότητα των δημοσιονομικών στόχων έναντι της μεγέθυνσης, αν τα τελευταία τρία χρόνια διεθνούς επέκτασης σήμαναν για την Ελλάδα μια οριακή μεγέθυνση, σε περίπτωση νέας ύφεσης και δεδομένου του διεθνούς ανοίγματος που πέτυχε η ελληνική οικονομία τα χρόνια της κρίσης που σημαίνει ότι αυξήθηκε ο βαθμός ευαισθησίας της από τις διακυμάνσεις των διεθνών αγορών, θα οδηγήσουν σε νέα και βαθύτερη ύφεση. Σε αυτή την περίπτωση, με τη μείωση του ΑΕΠ, ο λόγος χρέους προς ΑΕΠ θα αυξηθεί εκ νέου.

There is no slider selected or the slider was deleted.

Αφηστε ενα σχολιο

Η παρούσα φόρμα συλλέγει το όνομα σας και την ηλεκτρονική σας διεύθυνση, ώστε να μπορέσουμε να απαντήσουμε στο σχόλιο σας. Για περισσότερες λεπτομέρειες δείτε το Privacy Policy της ιστοσελίδας μας.

error: