Home > Hot ! > Μια Ξηροχωρίτισσα κι ένας Ιταλός… Η φλόγα του έρωτα στα χρόνια του πολέμου

Μια Ξηροχωρίτισσα κι ένας Ιταλός… Η φλόγα του έρωτα στα χρόνια του πολέμου


There are no slides in this slider.



There are no slides in this slider.


1η Σεπτεμβρίου 2019 έκλεισε τα μάτια της η Μαρία Γιανακίνα σε ηλικία 93 ετών. Στη μνήμη της αφιερώνεται ένα απόσπασμα από το βιβλίο της Πάρη Ντελκή “Άνθρωποι και Ιστορίες – Η βόρεια Εύβοια της καρδιάς μας”

“31 Ιουλίου του 1926 άνοιξε τα μάτια της η Μαρία Γιανακίνα, στην Αθήνα, στα χέρια του γιατρού του Περπατάρη.΄Ηταν το πρώτο παιδί που «ξεγέννησε», αυτός ο Ξηροχωρίτης γιατρός. Ξεκίνησαν μαζί. Ο ένας το λειτούργημά του και η άλλη την περιπέτεια της ζωής της. «Γεννήθηκα, όπως μας λέει η ίδια σήμερα, πριν παντρευτούν οι γονείς μου. Ζούσαν τότε ένα μεγάλο έρωτα, ο Θεόδωρος και η Μορφία. Στα πρώτα μου χρόνια, έζησα καλά. Ο πατέρας μου είχε κουρείο, απέναντι από την Κοίμηση, και η μητέρα μου εργαζόταν σε ξενοδοχείο φαγητού, εστιατόριο δηλαδή,  δίπλα στο μπακάλικο του Μήτσα. (σήμερα, δίπλα  από τον Βαλκανιώτη).

Μετά ήρθε ο πόλεμος. Ήμασταν φτωχοί δεν ξέραμε αν θα ζούσαμε αύριο. Το χειμώνα του 1941, ήρθε η κατοχή των Ιταλών. Οι Ιταλοί ήταν φιλικοί και προστάτευαν τον κόσμο. Ο Κολόνελο (Συνταγματάρχης) Πιέτρο Ομάτι, από το Μιλάνο, έκανε και συσσίτιο και πήγαιναν, άλλοι να φέρουν ρύζι, άλλοι ψάρια, ότι υπήρχε. Τότε οι ντόπιες κυρίες «των τιμών» μαγείρευαν. Στο Α΄ Δημοτικό, μοίραζαν το φαγητό. Έμπαιναν όλοι στη σειρά. Συνήθως έκαναν επίταξη σε διάφορα χωριά και έφερναν, διάφορα τρόφιμα και τα μοίραζαν στον κόσμο. Σιτάρι, αλεύρι, λάδι. Όλοι ανεξαρτήτως οι Ιταλοί ήταν καλοί. Έτρωγαν στη τραπεζαρία κι όταν τελείωναν, έδιναν τα υπόλοιπα στους φτωχούς. Ο Losi Angelo, δεν έτρωγε ποτέ το δικό του μερίδιο το έδινε. Αρκετές φορές πήγαινε και ειδοποιούσε όλους όσους είχαν, τους προύχοντες να τα κρύψουν, για να μπορούν να θρέψουν τουλάχιστον τη φαμίλια τους. Είχε αναπτύξει πολύ καλές σχέσεις με τον κόσμο. Έδινε πάντοτε.

Εγώ ήμουν παιδί του σχολείου. Το σχολείο, όταν ξεκίνησε ο πόλεμος σταμάτησε.1940. Μετά η Κατοχή. Η μητέρα μου, είχε πει, να πάω στη Σκιάθο, για να συνεχίσω στα γράμματα αλλά έμεινα. Στο ξενοδοχείο που εργάζονταν η μητέρα μου, είχαν κάνει επίταξη οι Ιταλοί. Κάτω είχαν τα γραφεία για τις άδειες και ότι χρειαζόταν ο Νομός και από πάνω είχε 7 – 8 δωμάτια και έμεναν οι Ιταλοί. Η μητέρα μου, δούλευε στον Κωνσταντίνο Βλάχο, από το 1935. Τότε είχε νοικιάσει το σπίτι της Αξελού – σήμερα, το παλιό Δημαρχείο, στον Κάτω Πλάτανο – και το λειτουργούσε ως ξενοδοχείο ύπνου για 5 – 6 πελάτες.

Το σπιτάκι μας ήταν στην αυλή. Τότε έρχονταν οι αξιωματικοί κατέβαιναν τα βράδια, ο Angelo, έπαιζε κιθάρα και εγώ ένα βράδυ μαζί με τη Μαρία Ζάκα, ξεκινήσαμε το «Μικρή χωριατοπούλα» τραγουδούσαμε το «Κορόιδο Μουσολίνι». Η μητέρα μου μας φώναζε να σταματήσουμε, γιατί φοβόταν, αλλά αυτοί απλά γελούσαν. Ήταν από την Βόρεια Ιταλία. Από το Μιλάνο. Δεν ήταν όλοι έτσι όμως. Ο βοηθός του Συνταγματάρχη, ήταν  από την Νότια Ιταλία. Ο Μπρούνο. Αυτός όλο και κάτι έκλεβε. Όλη την ώρα  πήγαινε σε ένα φιλικό του σπίτι, της κυρίας Ελένης Ζάκας.  Μία μέρα με πρόσβαλε. Μου είπε ότι η Ιταλία είναι πάνω και η Ελλάδα κάτω. Εγώ του έδωσα, θυμάμαι,  μία σφαλιάρα και ο Συνταγματάρχης, που από το παράθυρο είδε την σκηνή, τον έδιωξε. Τον έστειλε στους Ωρεούς στο Κάστρο. Ο  Angelo έγινε του σπιτιού μας, των συγγενών μας. Τον αγάπησαν όλοι. Παντρευτήκαμε στις 24 Οκτωβρίου του 1943. Ήμουν τότε 17 χρονών, όταν στεφανώθηκα. Μας πάντρεψε ο Παπα – Γιάννης εδώ στην Ιστιαία, στο σπιτάκι που μέναμε. Πίσω μας ήταν δύο αντάρτες, πως είναι οι παράνυμφοι. Στημένοι με τα όπλα για να τον πάρουνε. Επενέβη  με πρώτη δράση, ο Δημήτρης Παπαευσταθίου, ο Κώστας Δελληγιάννης, ο Λιοδρομήτης, για να γίνει ο γάμος. Μετά έφυγαν οι αντάρτες και όλοι μας προστάτευαν. Υπήρχαν και άλλοι που έλεγαν, να μην γίνει ο γάμος, όπως ο μεγάλος μου ξάδελφος, ο δικηγόρος ο Γιάννης ο Γιαννακίνας, γιατί έλεγε ότι ήμουν μικρή.

Όλοι φρόντιζαν να τον κρύβουν, όμως γιατί είχε συμπεριφερθεί πολύ καλά στους Έλληνες. Μετά ήρθαν οι Εγγλέζοι, το 1945 για να πάρουν τους Ιταλούς στην Ιταλία. Η μητέρα μου τότε είχε νοικιάσει το ξενοδοχείο «ΑΙ ΠΗΓΑΙ» στην Αιδηψό. Μαζί της είχε πάρει την αδελφή μου, τη Λούλα. Όταν πήραν τον Angelo  και φύγαμε, έχω στα μάτια μου ακόμη την εικόνα της. Έτρεχε, όταν το καράβι απ’ την Αιδηψό έφευγε, όλη τη παραλία, μέχρι το Κόκκινο σπίτι για να με χαιρετάει.

Τον Angelo  τον είχαν πάρει στο στρατόπεδο Καλαμακίου. Με κάλεσαν να παρουσιαστώ για να με καταγράψουν. Μου είπαν ότι πρέπει να παραμείνω στο στρατόπεδο γυναικών που είχαν παντρευτεί Ιταλούς. Θυμάμαι και μία ανάμεσά μας. Έγκυος ήταν.  Ο Αρχιεπίσκοπος Filiputsi μας έδωσε την άδεια να παντρευτούμε. Παντρευτήκαμε και με καθολικό γάμο, κάτω από ένα αντίσκηνο στο Καλαμάκι. Μαζί με άλλα έξι – επτά ζευγάρια.

Οι αξιωματικοί, μετά μας μοίρασαν μπισκοτάκια, για γλυκό. Μετά ο  Angelo έφυγε από την Ελλάδα. Εγώ έπρεπε να πάρω την άδεια για να φύγω. Φυσούσε ο αέρας θυμάμαι και η άμμος έμπαινε στα μάτια μου.

Έκλαιγα.

Έφυγε.

Εκεί που ήταν όλα έτοιμα για  να φύγουμε, στις 21 Ιουλίου 1945, ξαφνικά μας είπαν δεν ήρθε το καράβι. Άλλη αγωνία μέχρι να δούμε πότε τελικά, θα φύγουμε.  Στις 8 Σεπτεμβρίου το 1945,  ήταν όταν  μπήκα στο καράβι. Τελευταία. Μπήκα και μετά έκλεισε, η μπουκαπόρτα. Στα δύο χρόνια που ζήσαμε με τον άνδρα μου είχα μάθει πολύ καλά Ιταλικά και μπορούσα να συννενοηθώ. Παρότι ήταν δύσκολο είχα τόλμη. Πίστευα ότι θα συναντήσω τον άντρα μου και ήμουν θεοσεβούμενη. Είχα πάντα τη σύνεση. Θυμάμαι όταν έφυγα η μητέρα μου τότε μου είχε δώσει 3.000 δραχμές κι εγώ αγόρασα 3 κούτες τσιγάρα και λίγα σταφύλια.

Στη διαδρομή, στη θάλασσα υπήρχαν νάρκες στο Torondo. Ήταν επικίνδυνα. Όταν μας έβγαλαν, στο λιμάνι στην Αγκώνα, στις 16 Σεπτεμβρίου, επειδή υπήρχε επιδημία, μας έβαλαν σε καραντίνα. Όταν βγήκαμε μας οδήγησαν σ’ ένα βομβαρδισμένο κτίριο. Εγώ τότε θυμάμαι είπα ότι πάω στο Μιλάνο. «Είναι μακριά;» ρώτησα, και ένας μου είπε «Ναι».

Θα πουλήσω τα τσιγάρα, σκέφτηκα. Θα πάω στην εκκλησία και θα δουλέψω μοδίστρα. Θα περιμένω τον Angelo. Σε μία στιγμή ακούω Losi; Και ναι,  δεν είχε φύγει από το λιμάνι, με περίμενε εκεί και συναντηθήκαμε. Τον είδα στην πόρτα.

Έπεσαν πάνω του εκείνη τη στιγμή θυμάμαι, πάνω από 1.500 γυναίκες και ρωτούσαν. Ακόμη θυμάμαι την Έλενα. Πιτσαβίνι,το επίθετό της. Ο άνδρας της, ήταν στην Αίγυπτο και πήγε στο Μιλάνο, να τον περιμένει. Γύρισε  χήρα στην Ελλάδα. Ο άνδρας της δεν επέστρεψε ποτέ. Εμείς καταλήξαμε στο Μιλάνο.

Όταν ήρθαμε το 1966, στην Ιστιαία θυμάμαι  τον Angelo, τον υποδέχτηκαν σαν να ήταν ο Κένεντυ. Όταν ήταν να φύγουν οι Ιταλοί μετά την συνθηκολόγηση, από τα Λουτρά της Αιδηψού έδωσε υλικό στους αντάρτες. Είχε επαφή μαζί τους και κατόπιν από διάφορες δράσεις, στη Ρώμη αναγνωρίστηκε ως partisano στο μέτωπο απελευθερώσεως εν Ελλάδι και πήρε μετάλλιο. Ξαναγύρισα  το 1952, το1954, το 1966 και το1967. Μετά χώρισα και ερχόμουν και μόνη μου.

Το 1976 ξαναπαντρεύτηκα το Νικόλαο Βακκακίδη τον Βολιώτη στη Χαλκίδα. Με πάντρεψε ο γιος του παπά, που είχε κάνει τον πρώτο μου γάμο. Μέναμε μέχρι πριν λίγο καιρό στην Αθήνα και πρόσφατα γυρίσαμε με το γιό μου Roberto, για να μείνουμε μόνιμα στην Ιστιαία. Γύρισα μετά από 65 χρόνια κι αναρωτιέμαι ακόμη. Που βρίσκομαι;

Η νοοτροπία του κόσμου, θα έπρεπε να έχει άλλαξει μετά από τόσα χρόνια. Δυστυχώς δεν έγινε. Ακόμη δεν κατάλαβαν ότι το κουτσομπολιό και η νοσηρή περιέργεια καταστρέφει καθημερινά τον άνθρωπο. Στο Μιλάνο είχα όλους τους συγγενείς μου να με προστατεύουν. Εκεί που έζησα δεν τολμούσε κανείς να ρωτήσει τίποτε προσωπικό. Τίποτε που να σε φέρει σε δύσκολη θέση. Εδώ έχουμε  μεγάλη ανάγκη ανάπτυξης του πνεύματος. Και οι Σύλλογοι και η Εκκλησία πρέπει κάτι να κάνουν. Δεν φτάνει μόνο η λειτουργία. Άλλωστε δεν πρέπει να ξεχνά κανείς πως  το ψέμα είναι σαν μία σταγόνα λάδι, και στον ωκεανό να την ρίξεις θα βγει στην επιφάνεια».

 

 

 

Τα άρθρα που δημοσιεύονται εκφράζουν τον/την συντάκτη/τριά τους και οι θέσεις δεν συμπίπτουν κατ' ανάγκην με την άποψη του palmosev.gr

Για τις ειδήσεις της Εύβοιας κι όχι μόνο εμπιστευτείτε το palmosev.gr



error: