Home > Hot ! > Απ’ τον «Ουρανό» ο Καπετάν Χριστοφής Αγγελιδάκης μας δείχνει τις «καλάδες»

Απ’ τον «Ουρανό» ο Καπετάν Χριστοφής Αγγελιδάκης μας δείχνει τις «καλάδες»


There are no slides in this slider.



There are no slides in this slider.


«Ο παππούς μου ο Καπετάν Χριστοφής Αγγελιδάκης ή Άγγελος Χριστοφής μπορεί να ήταν κι έτσι τ’ όνομά του, ήρθε από το Τσεσμέ. Το όνομα Χριστοφής δεν υπάρχει πουθενά σαν μικρό όνομα, παρά μόνο στην Κύπρο. Από τα επτά εγγόνια του, μόνο εγώ πήρα το όνομά του και ίσως γι αυτό μ’ αγαπούσε και περισσότερο», εξομολογείται ο πρώην Δήμαρχος Ιστιαίας – Αιδηψού Χριστοφής Ζάχος.

«Είχαμε μεγάλο σύνδεσμο. Θυμάμαι σαν παιδί ήμασταν συνέχεια μαζί. Το χειμώνα στις τράτες και τα καλοκαίρια στο γρι-γρι. Κάθε Σάββατο πήγαινα σπίτι του και την Κυριακή πρωί – πρωί στον Αη – Νικόλα. Παππαδάκι δίπλα στον παπα-Κώστα, στο Ποτόκι».

Ο άλλος εγγονός του, ο Κώστας Βακαλόπουλος ξετυλίγει την ιστορία του παππού του και μαζί με τον Τάσο Αλεξίου, ζωγραφίζουν λίγο – λίγο την εικόνα του καπετάνιου της ζωής, του Καπετάν Χριστοφή.

«Γεννήθηκε το 1898 στο Τσεσμέ της Μικράς Ασίας. Το πατέρα του τον Γιάννη Αγγελιδάκη τον έχασε, στο πόλεμο στη Μικρά Ασία, όπως και όλους τους συγγενείς του. Μετά την καταστροφή βρέθηκε στο Πευκί. Από μικρό παιδί έξι χρονώ, δούλευε πάντα μέσα στη θάλασσα, στα καΐκια.

Οι χαμένοι συγγενείς

Όταν πρωτοήρθαν από τη Σμύρνη, κοιτούσαν να βρουν ο ένας τον άλλο. Είχε χάσει όλους τους δικούς του, κι έψαχνε να βρει τις ρίζες του. Κάποια στιγμή ένας άνδρας στην Αιδηψό του είπε «Καπετάν Χριστοφή, είναι δύο παιδάκια με μία γιαγιά που πεινάνε κι όλας. Μόλις το έμαθε πήγε στην Αιδηψό και τους βρήκε.Τ’ ανίψια του, τον Αποστόλη Αγγελιδάκη, την Τριανταφυλλιά και τον Γιάννη. Τα πήρε και τα έφερε στο Ποτόκι. Όταν τους έφερε τους φιλοξένησε πολλές ημέρες και μετά τους βρήκε ένα σπίτι. Μένανε στο παλιό σπίτι του Καλαμά. Τον Αποστόλη και το Γιάννη Αγγελιδάκη, τα δύο παιδιά τα πήρε στη δουλειά του, στην τράτα τον «Ταξιάρχη». Τότε η επικοινωνία ήταν ελάχιστη και η φιλοξενία ήταν διαφορετική, ήταν πιο ζεστά τα πράγματα. Πάντα τους έδινε εκτός από μεροκάματο και επιπλέον ψάρια να κάνουν ανταλλαγή. Το «μπασάκι» για να πάρουν, αλεύρι, λάδι, τυρί. Παλιά το γρι-γρι ήταν με «μερδικό».

Η εικόνα

«Τα καλοκαίρια πήγαινα και εργαζόμουν και εγώ», θυμάται ο Τάσος Αλεξίου. «Χαρακτηρίστηκα τον άκουγα πολλές φορές πως έλεγε: «Δούλεψα σκληρά. Έγινα καλός καπετάνιος, αλλά είχα καλό τιμόνι στο σπίτι» κι εννούσε τη γυναίκα του την κυρα-Δέσποινα. Όταν ήρθε στο χωριό παντρεύτηκε τη Δέσποινα Γιαγκουδάκη. Ο πατέρας της ο Στέφανος ήρθε κι αυτός με την οικογένεια του, από το Τσεσμέ. Ο παππούς Θανάσης Γιαγκουδάκης όταν έφυγαν και ενώ είχαν ανοιχτεί με το καίκι ακούει την Κατερίνα, που λέγε: «Γύρνα πίσω Στεφανή, ξεχάσαμε να πάρουμε την εικόνα». Πίσω τους καιγόταν η Σμύρνη. Δεν γύρισαν ποτέ. Όταν πιάσανε το πρώτο λιμάνι, στον Πειραιά και βγήκαν στην παραλία, σε μια γειτονιά όπως γυρνούσαν και την είδαν. Η εικόνα των Αγίων Αναργύρων ήταν στημένη σε ένα παράθυρο. Πήγαν και τη ζήτησαν. «Γι’ αυτό την έχουμε εδώ», τους είπαν. «Όποιος την έχασε να την βρει και να την πάρει» είχε διηγηθεί κάποτε η κυρα–Στυλιανή, συγκινημένη. Τότε ήταν ξεριζωμός καταστροφή κι όλοι όταν έφευγαν, έβαζαν στο μπόγο τους πάνω–πάνω, ο καθένας και μία εικόνα. Έκανε το πρώτο θαύμα γιατί γνωρίστηκαν με τους συγγενείς τους.

«Ο Ταξιάρχης»

Τότε ήταν που έφτιαξε μία τράτα, τον Ταξιάρχη, ενώ συγχρόνως δούλευε σαν καπετάνιος σε ένα ψαροκάικο του Μουράτη από τη Στυλίδα. Ο Ταξιάρχης ταξίδευε με κουπιά ή πανί. Τότε δεν είχαν καύσιμα.

Ο Χριστοφής, ο καπετάνιος, ήταν πολύ εργατικός. Καλός τεχνίτης στην αλιεία. Άριστος, ήξερε το βυθό της θάλασσας, πιθαμή προς πιθαμή. Γνώριζε όλες τις «καλάδες» όπως λένε οι ναυτικοί. Γιατί δε ρίχνουμε όπου να ‘ναι τα δίχτυα. Για να εντοπιστεί η «καλάδα» έβαζε σταθερά σημεία. Ήξερε πού δεν πιάνει το δίχτυ. Ήξερε το βάθος της θάλασσας σε κάθε σημείο. Τότε δεν υπήρχαν τα διάφορα όργανα που έχουν σήμερα οι ναυτικοί.

-«Παναγιώτη ρίξε την άγκυρα», έλεγε. «Δεκαεπτά οργιές είναι». Κι ήταν έτσι πράγματι.

Αφού παντρεύτηκε με την Δέσποινα έκαναν τέσσερις κόρες, τη Μαρία που πέθανε νέα, τη Φιλιώ, τη Στυλιανή και την Ελένη. Κι όλες προικισμένες πολύ καλά. Με λίρες τις προίκισε τις κόρες του ο καπετάνιος, όχι με χωράφια και πήρε και καλούς γαμπρούς.

«Ο Νικηφόρος Ουρανός»

Όταν αρρώστησε ο Μουράτης είπε στη γυναίκα του: «Το καΐκι δεν θα το δώσεις σε κανέναν άλλον, παρά μόνο στο Χριστοφή». Όταν πέθανε η γυναίκα του Μουράτη, ειδοποίησε τον Χριστοφή αμέσως. Μάλιστα του χρωστούσε και κάποια χρήματα που τ’ αφαίρεσε από την τελική αξία του καϊκιού. Ο Μουράτης τον αγαπούσε πολύ γιατί ήταν τίμιος, και ήθελε να πέσει στα χέρια του Χριστοφή. Τον ειδοποίησαν λοιπόν, ότι το γρι – γρι, «Ο Νικηφόρος Ουρανός», το πρώτο του «Ωνάση» πουλιέται. Μάλιστα ο Αριστοτέλης Ωνάσης είχε ακόμη τα 2/25. Το φέρανε από την Σμύρνη. Ήταν ίδιο σκαρί με τον «Ταξιάρχη» με διπλή μορφή στην πλώρη. Ήταν πανέμορφο. Το είχε δουλέψει το καΐκι και το ήξερε, πήγε και το αγόρασε και έβαλε συναίτερο τον Κώστα τον Πάπα γνωστό ως Βαζάκα. Το φέρανε και δουλέψανε μαζί. Ο εγγονός του ο Κώστας λέει: «Θυμάμαι ότι έδιναν υπέρ του ιδρύματος Ωνάση ένα ποσό. Το είχε παράπονο πως κανένας από εμάς τα εγγόνια του, δεν ασχολήθηκε με τη θάλασσα. Βέβαια εκ των υστέρων ασχολήθηκε για αρκετό καιρό ένας από τους γαμπρούς του, ο Ζανής Τσακουμάκας».

«Μόλις πέσουν τα γυαλιά»

Ο Τάσος ο Αλεξίου θυμάται: «Εγώ δούλευα μικρός, δεκαεπτά με είκοσι χρονώ, κάθε καλοκαίρι, δίπλα στον καπετάνιο. Έχω και ναυτικό φυλλάδιο ακόμη από τον «Ουρανό». Στην δουλειά του σε ήθελε να δουλεύεις εντατικά. Δεν έβριζε ποτέ. Ήταν σκληρή δουλειά. Τα δίχτυα τότε, τα μαζεύαμε όλα με το χέρι. Το γρι – γρι έριχνε 800 οργιές δίχτυα, 1000 μέτρα. Το δίχτυ μαζεύεται από δύο πλευρές. Είχαμε το μπουγιάντε το δεύτερο καΐκι για να μαζεύονται τα δίχτυα και πέντε βάρκες με λάμπες με πετρέλαιο. Η κάθε βάρκα είχε δύο λάμπες, με 800 ή 1000 κεριά, σημερινά βατ. «Μόλις πέσουν τα γυαλιά», μόλις σουρουπώσει και πέσει σιγά – σιγά το σκοτάδι τότε ξεκινούσε το καΐκι κι έλεγε «αμόλα λάμπα». Έτσι ταξίδευε κι όταν ο καπετάνιος έδινε το σύνθημα, η τελευταία βάρκα έριχνε άγκυρα στην «καλάδα» κι έλυνε από το σύνολο. Άναβε τις λάμπες μες το σκοτάδι κι αν είχε ψάρια από το φως, συγκεντρώνονταν εκεί. Έβλεπε λοιπόν ο «λαμπαδόρος» αν υπήρχε ψαριά και έμενε. Τις άφηνε τις πέντε βάρκες του σε διάφορες «καλάδες» και σε απόσταση ακόμα και δύο μίλια ή 500 μέτρα μακριά. Πως γινόταν όμως ο συντονισμός μεταξύ τους; Σε κάθε βάρκα ήταν κι από ένας «λαμπαδόρος». Πέντε βάρκες, πέντε «λαμπαδόροι». Αυτοί δεν ανακατευόντουσαν καθόλου με τα δίχτυα. Ήταν άλλοι πάνω στο «μπουγιατέ» και άλλοι το πλήρωμα, πάνω στο γρι – γρι. Το ελάχιστο ήταν συνολικά δεκαπέντε άτομα. Επτά από εδώ και επτά από εκεί. Όποιος είχε ψάρια ειδοποιούσε με σύνθημα, με τη μπουρού να πάει το γρι – γρι να τον «καλάρει». Να ρίξει τα δίχτυα. Η μία άκρη ρίχνει επειδή κινείται γύρω από τη βάρκα και την άλλη άκρη την είχε ο μπουγαντές. Όταν έρχονται απέναντι, μετά τον κύκλο της «καλάδας», μαζεύουν τα δίχτυα και φτάνουν στο κέντρο της βάρκας με τη λάμπα. Αφού φτάσουν τα ανεβάζουν με τα χέρια. Το δίχτυ μπορεί να έχει ακόμη και πέντε τόνους ψάρι. Μετά η βάρκα με προσοχή βγαίνει έξω και μαζεύουν τα ψάρια. Τα περισσότερα τα διέθετε σε νωπή κατανάλωση ακόμη και μέχρι τον Πειραιά, έφτανε. Άλλα τα πήγαινε στη Χαλκίδα, στο Βόλο και άλλα τα έδινε γι’ αλίπαστα στο Ασμήνιο. Στο Γουλιέλμο Λύτρα στον Λιδορίκη τον Κάρκα και πολύ αργότερα στον Κωνσταντινίδη και το Φιλάρετο».

Η κότα, τα δίχτυα και το «μπαϊντός»

«Με ψαροπούλα πήγαινε για να πουλήσει στο Βόλο. Μόλις τελείωνε το ψάρεμα, παίρναμε άλλοτε το «μπασάκι» ή την «κότα», το μπόνους για τα ψάρια. Το πρωί πλέναμε και απλώναμε τα δίχτυα, τα μπαλώναμε και περίπου κάθε 25 μέρες στο «μπαϊντός», τα βάφαμε σε ειδικά βαφεία για να μη σαπίζουν. Να είναι σκληρά κι ανθεκτικά.

Τότε αλέθαμε τα «πτίκια» του πεύκου και τα βράζαμε σε μεγάλα χτιστά καζάνια, στο Πευκί. Ένα καζάνι είχε ο Γιάννης ο Σουρίλας κι άλλο ένα ο Στάθης ο Κομπόγιαννης. Περίπου μία φορά το μήνα κάθε τέλος του «μπαϊντός», όταν έβγανε το φεγγάρι σταμάταγε το γρι – γρι. Με το φεγγάρι διαλύονται τα ψάρια. Πρέπει να είναι σκοτάδι για να βγεις για ψάρεμα. Έτσι όσοι δουλεύαμε στα καΐκια λέγαμε: «Αυτό το σκοτάδι, θα είμαι σε αυτό το καΐκι» κι εννοούσαμε την περίοδο που θα εργαστούμε και σε ποιόν. Το μερτικό μας το παίρναμε στο τέλος του σκοταδιού. Δεν πληρωνόμασταν με μεροκάματο. Για να κλείσει τη δουλειά ο καθένας έπαιρνε «πλάτικα», προκαταβολή από τον καπετάνιο, ανάλογα 100 – 200 δραχμές και καθημερινά είχε συσσίτιο με καζάνια. Τότε στα μαγαζιά στο Πευκί ήταν αυτό της Διαμάντως της Ζάχου, της Μαρίας της Σουρίλα, της Μαρίας της Χιώτισσας του Δημουλάκη και του Τάσου του Κερασιώτη. Όλοι αγαπούσαν και εκτιμούσαν τον Χριστοφή Αγγελιδάκη, στο χωριό. Εκ του μηδενός έκανε μία περιουσία ατράνταχτη. Ήταν κύριος καθ’ όλα. Ακόμη και μέχρι σήμερα πολλοί αναφέρουν το όνομά του και λένε, αν ζούσε ο καπετάνιος ο Χριστοφής θα ήξερε».

Απόσπασμα από το βιβλίο “Άνθρωποι και ιστορίες -Η βόρεια Εύβοια της καρδιάς μας” της Πάρη Ντελκή

Τα άρθρα που δημοσιεύονται εκφράζουν τον/την συντάκτη/τριά τους και οι θέσεις δεν συμπίπτουν κατ' ανάγκην με την άποψη του palmosev.gr

Για τις ειδήσεις της Εύβοιας κι όχι μόνο εμπιστευτείτε το palmosev.gr



error: