Home > Πολιτισμος - Κοινωνικα > Οι Σκουρτανιωταίοι

Οι Σκουρτανιωταίοι

///
Comments are Off

There are no slides in this slider.



There are no slides in this slider.


Με φόντο την πανέμορφη ανοιξιάτικη Αιδηψό που μπορεί κανείς να θαυμάσει από το ξενοδοχείο «Εννέα Βασίλισσες», «συλλάβαμε» τον Μιχάλη Σκουρτανιώτη, τη στιγμή που ξεφύλλιζε την ιστορία της οικογένειάς του, επιτρέποντάς μας να την γνωρίσουμε.

«Ήταν γύρω  στο 1820 περίπου, την εποχή που έζησε στη Θήβα ο στρατηγός Αθανάσιος Σκουρτανιώτης. Τον ονόμασαν Σκουρτανιώτη επειδή όντας στρατηγός κάηκε μέσα στην εκκλησία στα Σκούρτα στις Μουσταφάδες, στη Θήβα, στην περιοχή των Αρβανιτών που λένε. Αρχικά η οικογένεια  ονομάζονταν Γάτση, και όπως υποστηρίζεται είναι κάτι σχετικό με το όνομα Γιάννης. Ο στρατηγός Σκουρτανιώτης, λοιπόν κάηκε ζωντανός αφού τον καταράστηκε ένας παπάς ονόματι παπά – διπλός. Ανέλαβε τότε στη συνέχεια την οπλαρχηγία ο αδερφός του ο Γιώργος, από τον οποίο καταγόμαστε εμείς. Ο Γιώργος Σκουρτανιώτης ο οποίος μιλούσε πολύ καλά τα τούρκικα, έφτασε σε σημείο, μετά το θάνατο του Αθανασίου να πάει στην Αθήνα και πήγε μέσα στο στρατηγείο των Τούρκων. Και όταν του είπε ο σκοπός «Αλτ τις ει» του απάντησε στα Τούρκικα «έλα ρε δε με γνωρίζεις;» Και είπε ένα όνομα τούρκικο.

Όταν πλησίασε είχε το μαχαίρι στο χέρι και τον κάρφωσε, ενώ στη συνέχεια  πήγε μέσα στους στάβλους που είναι τα άλογα, και παίρνει του πασά το άλογο. Αφού πήρε τη σέλα και όλα τα κομφόρ, καβάλησε το άλογο και βγαίνοντας από το στρατόπεδο έριχνε κιόλας και φώναζε:

«Τούρκοι ελάτε να με πιάσετε».

Έτσι ήταν τότε. Παλικάρια με όλη τη σημασία. Έφυγε λοιπόν αυτός και όταν γύρισε στη Θήβα, του λέει ο μεγάλος του αδελφός:

-Πού ήσουν;

-Είχα πάει στην Αθήνα να σου φέρω ένα δώρο. Άνοιξε την μπαλκονόπορτα και βγες.

Είχε δεμένο, το άλογο σε ένα δέντρο στην πλατεία. Μόλις το είδε, ο αδελφός του, του είπε:

-ρε Γιώργο, αυτό είναι το άλογο του πασά των Αθηνών;

-Ακριβώς, του απάντησε. Πήγα το πήρα και στο έφερα για δώρο.

Όταν ο Γιώργος, στη συνέχεια, είχε σταλθεί από τους αρμόδιους στον Άγιο Κωνσταντίνο, εκεί ήρθε σε σύγκρουση με τους Τούρκους. Περνάει ένα Τούρκος με το γιαταγάνι του και του τραβάει μια στο κεφάλι και του σκίζει. Αυτός τότε έπεσε αιμόφυρτος κάτω, αλλά δεν πέθανε. Κατόρθωσε μόνος του να συρθεί και να φτάσει μέχρι την παραλία.

Κατά τις 4 τα ξημερώματα, άκουσε παφλασμό κουπιών. Σήκωσε το κεφάλι και βλέπει ένα παλικάρι με τη βάρκα να περνάει και  τον φώναξε. Ο άλλος τότε τον είδε και τον ρώτησε:

-Παλικάρι τι έγινε;

Αυτό και αυτό λέει..

-Εσύ είσαι σακατεμένος.

– Δεν είναι, ότι είμαι σακατεμένος. Οι Τούρκοι θα ψάξουν να με βρουν. Είμαι Σκουρτανιώτης. Τους έχουμε κάψει τη γούνα και θα ψάξουν να με βρουν.

-Τι μπορώ να σου προσφέρω εγώ; λέει ο βαρκάρης.

-Θα με περάσεις απέναντι στον Άγιο Γεώργιο.

Και τον πήρε με τη βάρκα. Όταν έφτασε απέναντι στη Λιχάδα, βρέθηκε ένα γεροντάκι που διαπίστωσε ότι ήταν χτυπημένος άσχημα, τον πήρε σπίτι του γιατί  η κόρη του ήταν νοσοκόμα. Τον κρατήσανε και τον θεραπεύσανε. Όμως  τα «ψήνει» ο Γιώργος με τη νοσοκόμα, δε θυμάμαι πια, το όνομά της. Εκεί λοιπόν αφού «τα φτιάξανε», ήρθε ο γέρος μια μέρα και του λέει ο Γιώργος:

-Άκουσε γέρο. Μου σώσατε τη ζωή. Εσύ και η κόρη σου. Σας τη χρωστάω. Δε μου δίνεις την κόρη σου για γυναίκα μου να με κάνεις και παιδί σου;

– Εγώ ευχαρίστως του λέει, αλλά θα πρέπει να ρωτήσουμε και την ίδια, είπε, η ποία αμέσως και δέχτηκε.

Και όπως λέει η ιστορία, τούτων απόγονοι είναι οι ευρισκόμενοι στα Λουτρά της Αιδηψού.

Ο Γιώργος ο Σκουρτανιώτης ο λαβωμένος, ο χτυπημένος που παντρεύτηκε τη νοσοκόμα του στον Άγιο Γεώργιο Λιχάδος, έκανε δύο παιδιά, δύο αγόρια το Μιχάλη και το Νίκο. Ο Νίκος έφυγε πήγε στα Τρίκαλα, γι’ αυτό είχαμε συγγενείς και στα Τρίκαλα.  Και μάλιστα ο ένας γιός ήταν παπάς. Ο παπα- Γιώργης. Ο άλλος, ο Μιχάλης έγινε μεγαλοτσέλιγκας. Είχε γιδοπρόβατα και ερχόμενος εδώ στην Αιδηψό, είδε την τεράστια έκταση. Γιατί αυτή άνηκε στους Καπελαρέους, στο όνομα Καπελαρή, στη γιαγιά μου. Οι Καπελαρέοι είχαν από τη θάλασσα και πάνω. Τίνος είναι αυτό το κτήμα λέει;

-Του Καπελαρή

-Πού μπορώ να τον βρω;

-Στο χωριό στην Αιδηψό.

Πήγε και τον βρήκε και του είπε:

-Θέλω να ενοικιάσω το κτήμα σου, να βοσκήσω τα γιδοπρόβατα, πόσα θέλεις;

Ενοικίασε και κάθε μήνα πήγαινε να δώσει το ενοίκιο. Εκεί γνώρισε την κόρη την Άννα Καπελαρή. Και αφού «τα ψήσανε», παντρευτήκανε. Έτσι γεννήθηκε ο πατέρας μου, ο Γιώργος. Από το Μιχάλη και την Αννίτσα μαζί και τέσσερα κορίτσια. Και μετά από τον Γιώργο βγήκα εγώ με άλλες δύο αδερφές. Εγώ έκανα το Γιώργο ετούτον και πάει λέγοντας. Αυτή είναι εν ολίγοις η ιστορία, η οποία αξίζει τον κόπο γιατί οι Σκουρτανιωτέοι ήταν επτά αδέρφια που το έλεγε η καρδιά τους. Αυτά που σας είπα είναι ήδη γραμμένα σε βιβλία τα οποία φυλάσσω και μου τα έχουν φέρει από τη Θήβα. Άνθρωποι που γνωρίζοντάς με, ότι είχα τα μπάνια και ερχόντουσαν να κάνουν μπάνια και μου φέρνανε και ένα βιβλίο. Το οποίο εγώ καθόμουν και το «ξεκοκάλιζα» για να μάθω την ιστορία της οικογένειας μου. Βέβαια τώρα τα τελευταία χρόνια κάποιος Νικολάου είχε έναν αδερφό ο οποίος ήταν αξιωματικός και καταγινόταν με κάτι τέτοια. Και του λέει:

-Πήγαινε να βρεις τους Σκουρτανιωτέους

Ήρθε εδώ αυτός, γιατί θα γινόταν μια προτομή Σκουρτανιώτη, προπαντός του Αθανασίου και ήθελε να πάρουν τη μορφή από έναν γνήσιο Σκουρτανιώτη. -Ποιοι είναι οι γνήσιοι; ρώτησε κι αυτοί του απάντησαν

-Θα πας στην Αιδηψό.

Ήρθε ο άνθρωπος εδώ, αλλά μας είπε ότι η προτομή για να γίνει ήθελε χρονικό διάστημα βέβαια και ότι έπρεπε να πάει ο πατέρας μου Σεπτέμβριο μήνα. Δυστυχώς ο Σεπτέμβρης είναι ο μήνας που δουλεύουμε με  τα μπάνια  και δεν πήγε. Και έτσι βρήκαν κάποιον από τους Σκουρτανιωτέους, έναν κοντούλη, του οποίου έφτιαξαν την προτομή και δεν μπορέσαμε να πάμε εμείς».

Απόσπασμα από το βιβλίο της Πάρη Ντελκή, “Άνθρωποι και Ιστορίες – Η βόρεια Εύβοια της καρδιάς μας”

Τα άρθρα που δημοσιεύονται εκφράζουν τον/την συντάκτη/τριά τους και οι θέσεις δεν συμπίπτουν κατ' ανάγκην με την άποψη του palmosev.gr

Για τις ειδήσεις της Εύβοιας κι όχι μόνο εμπιστευτείτε το palmosev.gr



error: