Home > Πολιτισμος - Κοινωνικα > Τα πέντε αδέλφια Παπαευσταθίου… Παπούτσια για πετρώδες έδαφος σε …πέτρινα και δίσεκτα χρόνια

Τα πέντε αδέλφια Παπαευσταθίου… Παπούτσια για πετρώδες έδαφος σε …πέτρινα και δίσεκτα χρόνια


There are no slides in this slider.



There are no slides in this slider.


Μικρό παιδί ήμουν, αρχές της δεκαετίας του ’70, όταν δίπλα και αργότερα απέναντι απ’ το σπίτι μας χτίζονταν άλλα σπίτια, αυτά των γειτόνων μας, των αδελφών Παπαευσταθίου. Οι αναμνήσεις πολλές. Με τα παιδιά τους, μοιραστήκαμε τα πρώτα μας παιχνίδια, τα πρώτα σκιρτήματα της εφηβείας, τη μελέτη αργότερα και σήμερα -όλοι μας επαγγελματίες- συνεχίζουμε στα χνάρια των γονιών μας.

Από τη παλιά οικογένεια ο μικρότερος εν ζωή Τάσος Παπαευσταθίου, πλημμυρισμένος από θύμισες μιας άλλης εποχής, μας διηγείται:

«Ο πατέρας μου, Βασίλης Παπαευσταθίου, ήταν κληρωτός το 1916. Μάλιστα είχε τραυματιστεί στο στρατό. Όταν γύρισε, παντρεύτηκε με τη μητέρα μου Κωνσταντίνα Καππέ, από τις Γαλατσάδες και το 1919 κάνουν το πρώτο τους παιδί, τον αδελφό μου το Γιώργο. Σχεδόν με διαφορά δυο χρόνια γεννιούνται τα αδέλφια μου. Ο Γιάννης το 1921, ο Στάθης το 1923, ο Βαγγέλης το 1927 και εγώ, ο Βενιαμίν της οικογένειας, γεννήθηκα το 1931.

Ο πατέρας μας ήταν εργάτης και δούλευε μέρα – νύχτα για να μας ζήσει. Δύσκολες εποχές. Πέντε παιδιά ήμασταν και οι γονείς μας αγράμματοι άνθρωποι. Αυτό δυσκόλευε τόσο την δική τους ζωή όσο αργότερα και τη δική μας, γιατί δε μας έσπρωξαν στα γράμματα. Εκείνη την εποχή, αν θέλαμε πηγαίναμε σχολείο. Υπήρχαν τόσες δουλειές για να βοηθήσει κανείς. Από οκτώ χρονών έτρεχα στα μανάρια και τους κήπους κι εγώ και όλοι τότε. Αργότερα θυμάμαι ήμουν 11 χρονών και περπατούσα οκτώ ώρες, για να πάω στη Γουργουβίτσα, τον σημερινό Πολύλοφο, για να βοηθώ τ’ αδέλφια μου που είχαν εγκατασταθεί εκεί. Τα αδέλφια μου, εκτός από το μεγαλύτερο, τον Γιώργο, που από τα είκοσι του είχε καταταγεί στη χωροφυλακή, ο Γιάννης έμαθε την τσαγκάρικη τέχνη, ο Στάθης τη βυρσοδεψία και ο Βαγγέλης ακολούθησε τα αδέλφια του στα τσαγκαράδικα. Αρχικά, γύρναγαν στα χωριά και τελικά, κατέληξαν στον Πολύλοφο. Είχαμε συγγενείς εκεί, που μας είχαν παραχωρήσει ένα μέρος του σπιτιού και τ’ αδέλφια μου έμεναν κι εργάζονταν εκεί. Είχαν αποφασίσει να μείνουν στον Πολύλοφο, γιατί διαπίστωσαν ότι υπήρχε πολύ δουλειά. Το έδαφος στην περιοχή ήταν πετρώδες και τα παπούτσια έλιωναν γρήγορα. Μετέφερα λοιπόν, αλεύρι (φόρτωνα το γαϊδαράκι) με δύο τσουβάλια. Ξεκινούσα από τα Καμάρια, από τις επτάμιση η ώρα το πρωί και έφτανα αργά το απόγευμα. Από την Καστανιώτισσα, έφτανα στις Σβάλες – εκείνη την εποχή, το 1943, το ψηλότερο μέρος του Τελεθρίου. Τότε στο βουνό υπήρχαν πολλοί αντάρτες. Κανείς ποτέ δε με ενόχλησε και έφτανα στο Πολύλοφο. Στην επιστροφή φόρτωνα τις λαδίκες -μεγάλα τσίγκινα δοχεία- όπως τα καρδάρια που έβαζαν οι τσοπάνηδες στην πλάτη. Οι λαδίκες ήταν πλακαρές, από το ένα μέρος τους και στρογγυλές απ’ έξω για να μπορούν να φορτώνονται στο ζώο.

Μια μέρα θυμάμαι, η αστυνομία κάλεσε τα αδέλφια μου και τους είπε να φύγουν επειγόντως απ’ το χωριό, γιατί τους κατηγορούσαν, ότι έφτιαχναν τα παπούτσια των ανταρτών. Και αμέσως έφυγαν και κατεβήκαμε στην Ιστιαία, γύρω στο 1948. Αρχίσαμε την τσαγκαρική και αφού έπεσε πολύ δουλειά πήραμε και τρείς- τέσσερις καλφάδες και άλλους τρείς μαθητευόμενους. Με τα παπούτσια που φτιάχναμε, καταφέραμε σιγά – σιγά κι ανοίξαμε ένα δεύτερο μαγαζί, πωλητήριο στην Ιστιαία. Εκεί είχαμε πολύ δουλειά. Όλος ο κόσμος μας αγάπησε και μας προτίμησε. Πηγαίναμε επί χρόνια πολύ καλά.

Δουλεύαμε δεκαοκτώ ώρες, από το πρωί μέχρι το βράδυ. Εκεί στο πάγκο τρώγαμε. Στα Καμάρια μόνο κοιμόμασταν και ανεβοκατεβαίναμε στην Ιστιαία με τα πόδια. Ο κόσμος τότε παράγγελνε παπούτσια, αντρικά, γυναικεία, παιδικά και με τους καλφάδες που απασχολούνταν μαζί μας τα φτιάχναμε.

Μετά το ρίξαμε στο εμπόριο. Αρχικά είχαμε ένα μαγαζί με παπούτσια κι ο αδερφός μου ο Στάθης συντηρούσε μαγαζί με υφάσματα. Εγώ είχα αναλάβει την προμήθεια των μαγαζιών. Πήγαινα πολύ συχνά, κάθε δέκα μέρες σε Αθήνα και Θεσσαλονίκη και είχαμε κέρδος. Φτιάξαμε την περιουσία μας μετά από πολλούς κόπους.

Ήμασταν πολύ αγαπημένοι όλοι, αλλά χάσαμε τον αδερφό μας τον Γιάννη σε νεαρή ηλικία, μόλις 43 ετών, από τροχαίο. Αυτό ήταν μεγάλο πλήγμα για εμάς και για την οικογένειά του. Σήμερα τα παιδιά μας συνεχίζουν το κάθε ένα τη δική του πορεία».

Πάρη Ντελκή

Τα άρθρα που δημοσιεύονται εκφράζουν τον/την συντάκτη/τριά τους και οι θέσεις δεν συμπίπτουν κατ' ανάγκην με την άποψη του palmosev.gr

Για τις ειδήσεις της Εύβοιας κι όχι μόνο εμπιστευτείτε το palmosev.gr



error: