Home > Πολιτισμος - Κοινωνικα > Γιώργος Τάκογλου: Στη μάχη από τότε που πλήρωναν τα λαχανικά με …αυγά

Γιώργος Τάκογλου: Στη μάχη από τότε που πλήρωναν τα λαχανικά με …αυγά


There are no slides in this slider.



There are no slides in this slider.


Όταν βρεθήκαμε στο φιλόξενο σπίτι του Γιώργου Τάκογλου, οι κουβέντες ήταν πιο γλυκές από το κέρασμα. Μια ανοιχτή καρδιά γεμάτη καλούδια για την οικογένειά του, που θυμάται με νοσταλγία. «Ο πατέρας μου Διαμαντής Τάκογλου, γεννημένος το 1910, ήρθε με όλο το χωριό από το Κεμέρ Μπουργκάζ, σε ηλικία 14 χρονών. Είχαν κατασκηνώσει στην Ελαιώνα για επτά χρόνια, στο σημερινό χωριό Ταξιάρχη. Γύρω στο 1931 μπήκε στο σπίτι του.

Το 1938, στα 28 του χρόνια, παντρεύτηκε την Τριανταφυλλιά Γεωργούση, από τον Άγιο Γεώργιο, και έκαναν τρία παιδιά. Το1939 την αδελφή μου την Ελένη, εμένα το 1942, μέσα στο πόλεμο και τον αδελφό μου τον Κώστα το 1945. Εμένα με βαφτίσανε Γιώργο, γιατί η μητέρα μου είχε δει ένα όνειρο και είπε ότι για να ζήσει το παιδί (επειδή ήμουν φιλάσθενος) δεν χρειαζόταν να πάει σε γιατρό, αλλά να βαφτιστεί. Έτσι και έγινε. Βαφτίστηκα μάλιστα και στο χωριό, στον Άγιο Γεώργιο.

 

Από μικρή ηλικία τεσσάρων ετών, θυμάμαι τον εαυτό μου να δουλεύω. Τότε κρατούσα το …σκοινί της γίδας. Μεγαλώνοντας, μεγάλωναν και οι δουλειές μας. Ενώ στο Δημοτικό ήμουν πολύ καλός μαθητής, η δασκάλα μας έστελνε στο βουνό να μαζέψουμε ξύλα για τη σόμπα και έκανα πολλές απουσίες. Έχασα μια χρονιά. Τότε ήταν δύσκολες εποχές. Παράτησα το σχολείο. Περίπου γύρω στο 1954 -1955 έπαιρνα τα ζαρζαβατικά από το χωράφι, χειμώνα – καλοκαίρι, φορτωμένα στο άλογο και εγώ με τα πόδια, γιατί δεν θα άντεχε το βάρος το ζώο, έφευγα από τον Πύργο στις δύο η ώρα μέσα στη νύχτα, με τα πόδια και πέρναγα από τον Ταξιάρχη, τον Αη-Θόδωρα, την Καστανιώτισσα, τις Γαλατσάδες, τις Καματριάδες, τη Σίμια, το Κυπαρίσσι, τον Βουτά. Στις Γαλατσάδες θυμάμαι με έβρισκε το ξημέρωμα.

Δύσκολες εποχές, πολλοί λίγοι πλήρωναν με χρήμα. Συνήθως αντιπραγματισμός γινότανε. Οι περισσότεροι με πλήρωναν με αυγά. Τότε δίναμε τα λάχανα δύο δραχμές την οκά και παίρναμε δύο αυγά. Τα έδινα στον «Κρίνο» και με πλήρωνε 2 δραχμές.

Μια φορά μόνο σπάσαμε στη μεταφορά τα αυγά. Είχαμε πάει με τον πατέρα μου από τις Αγδίνες προς τη Γερακιού ήταν σούρουπο και ρωτήσαμε, αν μπορούσαμε να πάμε στην Μονοκαρυά. Δεν ξέραμε το δρόμο, κατεβήκαμε μέχρι το γεφύρι που πάει στις Μηλιές. Μέχρι να κατεβούμε στη Μονοκαρυά να δούμε ένα φως, είχα παγώσει. Τα άλογα δεν χωρούσανε μέσα στη ρεματιά, τράκαραν στα πεύκα. Εκείνη τη νύχτα σπάσαμε πάνω από 100 αυγά. Όλο το μεροκάματο μας είχε χαθεί.

Αυτό είναι το «Πανεπιστήμιο». Μαθαίναμε από τη ζωή. Τότε ακούγαμε τους γονείς μας, ο περισσότερος κόσμος δούλευε πολύ. Ήμασταν δεμένοι. Πάντα, βέβαια, υπήρχαν και αυτοί που έτρωγαν από τα έτοιμα.

Οι γονείς μας είχαν μικρό κλήρο. Φεύγανε τότε πολλοί στην Αθήνα. Ήταν καλύτερα, δούλευαν στα εργοστάσια λιγότερες ώρες, είχαν και το ΙΚΑ.

Επειδή ήταν δύσκολα στα χωριά, άρχισα να πηγαίνω στα Λουτρά της Αιδηψού. Σε ηλικία 15 – 16 χρονών έφευγα από τον Πύργο με τη σούστα και φόρτωνα τα κηπευτικά μου και -με τρεις ώρες δρόμο- έφτανα στην Αιδηψό. Τα ξημερώματα έκανα τροφοδοσία σε ξενοδοχεία, εστιατόρια, ταβέρνες, στο «Ιστιαία», το «Ηράκλειο», το «Αύρα», το «Αίγλη», στον Τσιρογιαννίδη. Είχα το 90% των μαγαζιών. Αλλά ήμουν πολύ γρήγορος και εξυπηρετικός. Οι μανάδες με ήθελαν για γαμπρό για τα κορίτσια τους. Εγώ κοιμόμουνα τέσσερις ώρες όταν πήγαινα στα Λουτρά (12-4), όλες τις υπόλοιπες ώρες δούλευα.

Το 1965 πήρα αυτοκίνητο. Ένα γερμανικό φορτηγό και πήγαινα από το βράδυ και ζύγιζα για τα μαγαζιά και κοιμόμουν εκεί. Όταν γύριζα μετά δούλευα στο χωράφι.

Το 1968 παντρεύτηκα την Αργυρώ Τιρτίρη, ήταν στο σχολείο, όταν την είχα δει ντυμένη Ελλάδα και «έμεινε η καρδιά μου»! Η αδελφή μου η Ελένη είχε σπίτι απέναντι από τη γυναίκα μου. Όλη την ώρα ήμουν εκεί. Μέχρι και τον άρρωστο έκανα, για να την πάρω. Η μητέρα μου δεν ήθελε, γιατί ήταν μικρή, μόλις 13 ετών. Όμως τελικά την πήρα. Κάναμε δυο αγόρια. Το 1970, έκανα τον Διαμαντή και το 1975 το Στάθη.

Τότε ήταν καμένα όλα και τα αναστήσαμε. Τότε ήταν Άνοιξη και τώρα είναι Χειμώνας. Δεν είχαμε ψωμί. Στη χειρότερη περίοδο γεννήθηκα. Δεν φοβάμαι την πτώχευση, αλλά το θάνατο, την αρρώστια και τις θεομηνίες».

Τα άρθρα που δημοσιεύονται εκφράζουν τον/την συντάκτη/τριά τους και οι θέσεις δεν συμπίπτουν κατ' ανάγκην με την άποψη του palmosev.gr

Για τις ειδήσεις της Εύβοιας κι όχι μόνο εμπιστευτείτε το palmosev.gr



error: