Home > Αρθρα - Επικαιροτητα > Λεξιγνωσία -Η ικμάδα και η χαμάδα (Ηλεκτρ.τεύχος Νο 32)

Λεξιγνωσία -Η ικμάδα και η χαμάδα (Ηλεκτρ.τεύχος Νο 32)

 

του Ευάγγελου Παπασταμούλου

εκπαιδευτικός

 

 

Η λέξη ικμάδα είναι ομηρική

… «Εξήλθε ο σπειρών του σπείραι τον σπόρον αυτού. Και εν τω σπείρειν αυτόν ο μεν έπεσε παρά την οδόν, και καταπατήθη και τα πετεινά του ουρανού κατέφαγεν αυτό και έτερον έπεσε επί την πέτραν και φυέν εξηράνθη δια το μην έχειν ικμάδα» δηλαδή:

«Εβγήκε ο γεωργός έξω στο χωράφι, για να σπείρει το σπόρο του. Και καθώς αυτός έσπερνε, άλλο μεν μέρος του σπόρου έπεσε κοντά στο δρόμο του χωραφιού και καταπατήθηκε από τους διαβάτες και τα πετεινά του ουρανού τον κατέφαγαν. Και άλλο μέρος έπεσε πάνω στην πέτρα και αφού φύτρωσε, ξεράθηκε, επειδή δεν είχε υγρασία».

 Τι σημαίνει λοιπόν ικμάδα;

Ο αείμνηστος λεξικογράφος Πέτρος Αλεξιάδης γράφει: «ΙΚΜΑΔΑ»: Ζωτικότητα, δυναμισμός, ζωντάνια, ενεργητικότητα –μεταφορικά. Στην κυριολεξία της η λέξη που είναι αρχαία ομηρική δηλαδή Ιωνική σήμαινε υγρασία (ΙΛ.Ρ 392) χυμός φυτού, αίμα. Το αρχαίο ρήμα ικμάζω, Ιωνικά ικμαίνω σήμαινε: Βρέχω, υγραίνω, μουσκεύω, ποτίζω. Από το «ποτίζω» η έννοια επεκτάθηκε σταδιακά, στη μεταφορική σημασία «δίνω ζωή». Διότι με το πότισμα «ζωντανεύουν» σχεδόν αμέσως τα μαραμένα φύλλα των φυτών. Η λέξη παράγεται από την ιαπετική ρίζα SEIK – που ενέχει την έννοια «αρδεύω».

Άλλα  λεξικά λένε: «Ίκμη (η) = φυτό που φυτρώνει σε υγρούς τόπους»

«Ικμάδα: υγρασία της γης που τρέφει τα φυτά» (Μείζον Ελληνικό λεξικό).

«Ικμάδα: φυσική υγρασία η υγρασία της γης και η θρεπτική της για τα φυτά δύναμη. ( Λεξικό Δημητράκου).

«Ικμάς-άδος(η), (ρίζα: ικ) = υγρασία, ακμή, ικανότητα».( Λεξικό: Φραγκούλη α.)

Από τα παραπάνω γίνεται φανερό ότι οι λέξεις ικ-μάδα αποτελείται από δύο υποσύνολα: Τη ρίζα ικ- και το υποσύνολο μάδα. Το υποσύνολο Μάδα ίσως γίνεται από τις λέξεις μάτηρ (=μήτηρ)  ρίζα μα- και –δα (= γη)= ικ-μά-δα στην αιτιατική πτώση. Από την αιτιατική σχηματίζεται η Ονομαστική θέμα: ικμάδ + ς η κατάληψη (το οδοντικό δ προ του ς αποβάλλεται)= ικμάς στην Αρχαία και στην Δημοτική ικμάδα = η υγρασία της μάνας γης.. Άρα η πρωταρχική λέξη ικμάδα είναι πολυσύνθετη αποτελείται, δηλαδή από τρεις τουλάχιστον λέξεις.

 

Η λέξη χαμάδα είναι σύγχρονη

«Στα πίκρα δύστυχα και φτωχά χρόνια στα χωριά μας –κάποτε, γράφει στη στήλη «Τα Χωριάτικα της Βόρειας Εύβοιας» ο αγαπητός σε όλους μας κ. Χρήστος Κοκκινομηλιώτης- η ελιά, το κύριο προσφάι, μοιράζονταν στα δύο και στα τρία. Όλα τα ορεινά χωριά το χειμώνα άδειαζαν και οι κάτοικοί τους πήγαιναν να μαζέψουν ελιές, δουλειά από το χάραμα μέχρι το σούρουπο, για μία οκά λάδι και μία χούφτα χαμάδες, που έβαζαν –κρυφά- οι γυναίκες τις ποδιές τους. Μιά Κυριακή στο μεσημεριανό τους τραπέζι παρευρέθηκε και ο νουνός του. Η μάνα του είχε φέρει λίγες ελιές χαμάδες και ο νουνός του κατέβαζε δυο-δυο τις ελιές σα να ‘ταν στραγάλια»

Τι σημαίνει λοιπόν χαμάδα;

Ο αείμνηστος λεξικογράφος Πέτρος Αλεξιάδης γράφει «ΧΑΜΑΔΑ» =Δημώδης όρος θηλυκού γένους, για τον ώριμο καρπό της ελιάς που έπεσε χάμω, δηλαδή στο έδαφος. Ετυμολογικά η λέξη προέρχεται από το πανάρχαιο ομηρικό επίρρημα  χαμάδης (= κατά γης) που συναντάται και με τους τύπους χαμάδις, χαμάζε και, τελικά, χαμαί… Η αρχαία Ελληνική, εκτός από τις πέντε γνωστές σε μας πτώσεις, είχε ακόμα τρεις την οργανική, αφαιρετική και τοπική. Εικάζεται ότι η τελευταία είχε επιρρηματική σημασία»…

Άλλα λεξικά λένε: «Χαμάδα: Ώριμη ελιά πεσμένη από το δέντρο: Πάμε στο λιόφυτο… βρήκαμε τις κοπέλες να μαζεύουν τις χαμάδες (Π. Πρεβελάκης, Μείζον Ελληνικό Λεξικό). «Χαμάδα:( = χάμω+ άδα κατάληξις) = ώριμος καρπός ελιάς που έχει πέσει στο έδαφος. Και το λεξικό του κ. Γ. Μπαμπινιώτη συνεχίζει με την αιτιολογία του αρχαίου ρήματος «χαμαί» = χάμω, καταγής, κάτω) με την δυσερμήνευτη κατάληξη –αι, η οποία αποτελεί πιθανό υπόλειμμα αρχαίας τοπικής πτώσεως μέσω αμάρτυρου τύπου χαμά».

Από τα παραπάνω γίνεται φανερόν ότι οι λεξικογράφοι μας δείχνουν το δρόμο για την ετυμολόγηση της λέξης χαμάδα = ώριμος καρπός ελιάς που έχει πέσει στο έδαφος.  Από τις οκτώ  λέξεις υπογραμμίζουμε τις δύο (χαμά) και έδαφος (δα=γη). Η λέξη χαμάδα, συνεπώς, είναι σύνθετη από τον αμάρτυρο τύπο τοπικής πτώσης χαμά (= χάμω) και τη λέξη δα η οποία θα πει γη, χώμα, έδαφος.

There is no slider selected or the slider was deleted.

Αφηστε ενα σχολιο

Η παρούσα φόρμα συλλέγει το όνομα σας και την ηλεκτρονική σας διεύθυνση, ώστε να μπορέσουμε να απαντήσουμε στο σχόλιο σας. Για περισσότερες λεπτομέρειες δείτε το Privacy Policy της ιστοσελίδας μας.

error: