Home > Hot ! > Ξενοδοχείο Lusy: 70 χρόνια ζωντανής ιστορίας και φιλοξενίας στη Χαλκίδα

Ξενοδοχείο Lusy: 70 χρόνια ζωντανής ιστορίας και φιλοξενίας στη Χαλκίδα


There are no slides in this slider.



There are no slides in this slider.


Ένα αξέχαστο πρωινό στη μαγική πόλη που συγκεντρώνει τα πάντα, στη Χαλκίδα ήταν πραγματικά μια αποκάλυψη.

Συναντώντας τον Μιλτιάδη Χέλμη και την μητέρα του την κ. Λουκία στο ομώνυμο ξενοδοχείο  Lusy ξετύλιξαν το κουβάρι των αναμνήσεων τους και μας χάρισαν ένα ιδιαίτερο ταξίδι μνήμης μέσα από την προσωπική τους ιστορία αλλά ταυτόχρονα και της ιστορίας της χώρας μας …

Με θέα την παλιά Γέφυρα του Ευρίπου μοιράστηκαν στιγμές του παρελθόντος άλλοτε νοσταλγώντας κι άλλοτε δακρύζοντας.

Ο πατέρας μου και το φλερτ

«Ο πατέρας μου δούλευε σε ένα φαρμακείο, ήτανε Ρουμελιώτης απ’ την Λαμία, δεν είχε καμία σχέση με την Εύβοια» ξεκίνησε τη διήγησή της η κυρία Λουκία.

«Απέναντι από το φαρμακείο ήταν το πατρικό σπίτι της μητέρας μου, στη Σαλονικιού. Όταν γνωρίστηκαν πρέπει να είχαν και οι δύο περίπου  την ίδια ηλικία  γύρω στα 18. Τότε εκείνα τα χρόνια, κοιτάγανε μέσα από τις γρίλιες και φλερτάρανε».

«Έτσι ήταν τότε το φλερτ. Της έστελνε σημειώματα τα οποία  πήγαινε ο μικρός της αδελφός, ο Γιάννης. Το τελευταίο μπιλιέτο έγραφε: «Φεύγω για Αφρική, θα επιστρέψω όποτε μπορέσω».

Έφυγε το 1908, ήταν τότε 18 χρονών όσο κι η μητέρα μου που σαν «Πηνελόπη», τον περίμενε!

Της έλεγα θυμάμαι :

-Μα καλά δεν είχες βαρεθεί να περιμένεις;

Η επιστροφή μετά από  χρόνια

“Περνάνε περίπου 3 χρόνια. Της έκαναν συνοικέσια, αλλά η μητέρα μου… τίποτα!

Στο παράθυρο να κεντά και να περιμένει. Να φτιάχνει τα κοπανέλια “και να λέει:

-Θα έρθει ο Μιχάλης

-Ποιός Μιχάλης; της λέγανε  «πάει ο Μιχάλης»…

Οπότε μια μέρα έτσι όπως ήταν στο παράθυρο η μητέρα μου και κεντούσε, κάνει έτσι και τον βλέπει.

Βλέπει τον Μιχάλη της που γύρισε!

Τον βλέπει από το μπαλκόνι – τότε φορούσαν και τα καπέλα τους – τα ψαθάκια και γυρνά φωνάζοντας στη μητέρα της και στον αδερφό της – είχε πεθάνει ο πατέρας της – και λέει:

«Είδα τον Μιχάλη» κι όλοι τους απαντάνε:

-Η Κική έχει παραισθήσεις. Δεν είναι δυνατόν να είδε τον Μιχάλη.

Μα εκείνη τον είδε. Τόσα  χρόνια μετά…

Την άλλη μέρα το πρωί χτυπάει η πόρτα, ανοίγουν και τι να δουν;

Ήταν ο Μιχάλης!

Ανέβηκε πάνω και ρώτησε και:

-Η Κική είναι ανύπαντρη ακόμη; και λέει η μάνα μου:

-Βεβαίως, σε περίμενα…

Έγινε λοιπόν ο αρραβώνας και λέει ο πατέρας μου: «Δεν μπορώ να μείνω για πολύ στην Ελλάδα και ο γάμος πρέπει να γίνει στην Αφρική γιατί εγώ δεν μπορώ να ξαναέρθω. Έχω αρχίσει πολλές δουλειές» και  συνεχίζοντας λέει: «Θα περάσει η μητέρα μου από τον Βόλο, να την πάρει και όποιος αδελφός θέλει ας ακολουθήσει μαζί».

Η Τανζανία και το σχοινόκτημα

Τη σκυτάλη στη διήγηση παίρνει ο Μιλτιάδης Χέλμης μιλώντας για τον παππού του τον Μιχάλη Πλατανιώτη. «Ο παππούς μου, όταν έφυγε από την Ελλάδα ήταν νέος 18 χρονών και έφτασε στην Αφρική, πριν τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο. Δούλεψε σε μια κατασκευαστική εταιρία που φτιάχνανε γραμμές τραίνων. Δούλευε αλλά του άρεσε να πηγαίνει και για κυνήγι.

Μια σημαδιακή  μέρα για τον Μιχάλη Πλατανιώτη ήταν όταν  βρήκε τραυματισμένο μέσα στην ζούγκλα έναν Γερμανό αξιωματικό και τον μετέφερε στο νοσοκομείο. Τότε υπήρχε ένας νόμος που αν έβρισκες  κάποιον τραυματία θα έπρεπε να του παρέχεις τις πρώτες βοήθειες ή να τον πας στο νοσοκομείο.

Αυτό έκανε κι ο παππούς μου ακολουθώντας την οδηγία. Κι   ο Γερμανός που του έσωσε τη ζωή  δεν τον ξέχασε.

Αργότερα όταν έγινε ο πόλεμος, του πρόσφερε την τροφοδοσία του στρατού, για να του ανταποδώσει το καλό που του έκανε και του έσωσε τη ζωή.

Έτσι έβγαλε τα πρώτα του λεφτά και ξεκίνησε την πορεία του στην Αφρική.

Η γη τότε ήταν πολύ φτηνή.

Η Τανζανία ένα τεράστιο κράτος, σαν την Γαλλία σε έκταση, αλλά σε πληθυσμό ήταν μικρή όπως κι η ζήτηση για τη γη. Οι  ξένοι τότε αγόραζαν γη σε πολύ χαμηλές τιμές. Ήταν άλλη η αγορά, άλλος ο τρόπος ζωής.

Το ίδιο έκανε κι ο παππούς μου. Αγόρασε το πρώτο του σκοινόκτημα και το μεγάλωσε τόσο και έγινε αυτός που ήταν.

Στο σκοινόκτημα υπήρχε ένα φυτό που λεγόταν σχοίνος, ένα προϊόν χρήσιμο σε όλο τον κόσμο. Από τα φύλλα και την ψίχα του γίνεται το σκοινί αυτό που δένουν τα βαπόρια. Αλλά  πουλιόταν και στην Ιαπωνία. Το έπαιρναν οι Ιάπωνες και το επεξεργαζόντουσαν και έφτιαχναν παπύρους.

Ο παππούς μου έτσι  δημιούργησε  το μεγαλύτερο κτήμα της Αφρικής που ήταν 60 χιλιάδες στρέμματα και δούλευαν εκεί τότε μαζί του  3.500  χιλιάδες άνθρωποι. Είχε δημιουργήσει μία μεγάλη Κοινότητα όπου εργάζονταν  οι ντόπιοι και παρήγαγαν τα σχοινιά. Μάζευαν τα φύλλα και τα επεξεργαζόντουσαν, στα  3 εργοστάσια που είχε μέσα.  Είχαμε παπά και εκκλησία. Οι ντόπιοι  γινόντουσαν ορθόδοξοι ακόμη και σχολείο είχαμε μέσα.

Ο γάμος και τα …μπακίρια

Γίνεται ο πόλεμος του ’14 και περνάνε κι άλλα δέκα χρόνια. Κι ήρθε η ώρα να την  πάρει μαζί του. Ετοιμάζεται για το μεγάλο μακρινό ταξίδι  μαζί με τον μικρό αδερφό και την πεθερά της. Και τότε η πεθερά λέει της συμπεθέρας της:

-Εγώ συμπεθέρα θέλω όλη την προίκα

Η μαμά μου λέει, αφηγείται η κ. Λουκία :

-Είπε ο Μιχάλης να μην πάρουμε τίποτα. Είναι όλα έτοιμα εκεί.

-Όχι, της λέει, η πεθερά της. Δεν ξέρω αν είναι έτοιμα όλα εκεί ή  όχι. Εγώ θέλω την προίκα!

Βάλανε, λοιπόν, όλα τα σεντόνια,  τις κουβέρτες,  τα παπλώματα σε μπαούλα, μέχρι τα μπακίρια, αυτά τα μπρούτζινα τα ταψιά, τις κατσαρόλες, τα μπρίκια…

Και με όλα αυτά φύγανε!

Εκείνη την εποχή  πήγαιναν με βαπόρι. Ένας μήνας ταξίδι.

Φτάνουν κατεβαίνουν απ’ το πλοίο, λέει ο πατέρας μου:

– Πάμε να φύγουμε και του απαντά  η μητέρα του

-Όχι κατεβαίνουν τα πράγματα!

-Α, ωραία οι βαλίτσες λέει, και κάνει έτσι ο μπαμπάς μου έτσι τι να δει:

-Όλα αυτά είναι δικά μας; Βρε μητέρα τι είναι αυτά;

-Προίκα!

-Ποιά προίκα, της λέει

-Α, δεν μπορούσε το κορίτσι να έρθει χωρίς προίκα.

-Και τι φέρατε;

-Όλα, του απαντά. Ό,τι παίρνουν τα κορίτσια.

Ό,τι κεντούσε η μητέρα μου, όλα τα κεντητά της. Δε μπορεί να φανταστεί κανείς τι έκανε! Και φτάνουμε και στα μπακίρια. Λέει ο μπαμπάς μου:

-Χριστός και Παναγία, αυτά τι είναι;

-Τα μπακίρια…

-Μα εδώ πέρα δε μεταχειρίζονται μπακίρια …

-Αα, λέει, θα στολίσουμε το σπίτι.

-Ποιό σπίτι; Θα στολίσουμε το σπίτι μ’ όλα αυτά τα πράγματα;

Τέλος πάντων, μέχρι να φύγει η γιαγιά τα στόλισε η ίδια στο σπίτι. Ήτανε λιγάκι τσαούσα η Βολιώτισσα. Δεν σήκωνε πολλά – πολλά, τονίζει κρυφογελώντας η κ. Λουκία.

Τα στόλισε λοιπόν  στο σπίτι  κι έγινε ο γάμος…

Ήταν η γιαγιά στο γάμο, μετά σηκώθηκε και έφυγε. Τι να κάνει  στην Αφρική. Μόλις γύρισε πίσω, ο πατέρας με τη μητέρα μου τα έβγαλαν τα μπακίρια!

Τι να τα κάνουνε;

Τα χάρισαν στους μαύρους. Και έτσι έμεινε η μητέρα μου εκεί πέρα και το 1928 γεννήθηκα εγώ, αναφέρει η κ. Λουκία.

Το Δημοτικό στην Αβάντων και τα εσωτερικά σχολεία

Στην Κατοχή που ήμασταν στην Ελλάδα, τελείωσα το 3ο Δημοτικό στην Αβάντων και πήγα και μία τάξη στο Γυμνάσιο. Μετά έφυγα πήγα Αφρική, ήμουν τότε γύρω στα 13-14. Στην Αφρική δεν υπήρχε ελληνικό σχολείο Γυμνάσιο, ήταν όλα αγγλικά με εσωτερική φοίτηση.

Ο πατέρας μου όμως με καμιά κυβέρνηση δεν ήθελε να με βάλει εσωτερική στο Ναϊρόμπι.. Δεν ξέρω γιατί.

Δεν του άρεσε. Δεν ήθελε.

Ο πατέρας μου ενώ είχε βγάλει μόνο το Δημοτικό, έγινε αυτός που έγινε…

Θυμάμαι τότε  είχε φέρει τον ανιψιό του στην Αφρική μαζί μας.

Αυτός ήταν καθηγητής φιλόλογος και άρχισε να μου κάνει μαθήματα, Ιστορία, Ελληνικά, Αρχαία και ένας άλλος μου έκανε λίγα μαθηματικά.

Τότε  υπήρχε ένας νόμος  στην Ελλάδα, για  τα παιδιά του εξωτερικού.

Ερχόμασταν τον Σεπτέμβριο και δίναμε εξετάσεις. Και έτσι τελείωσα  το ελληνικό Γυμνάσιο, με εξετάσεις κατ’ οίκον.

Ακόμη και όταν έφυγα δεν υπήρχαν Ελληνικά σχολεία. Στην Αφρική όμως υπήρχε ένα ελληνικό σχολείο, στη Ναρούσα, το οποίο δεν υπάρχει τώρα. Όλα τα παιδιά μετά φοιτούσαν  ή  στην Αγγλία ή στο Ναϊρόμπι, σε εσωτερικά σχολεία.

Η ανιψιά μου θυμάμαι από πέντε ετών ήταν εσωτερική στο ελληνικό σχολείο, γιατί και τα ελληνικά σχολεία εσωτερικά ήταν.

Η Λουκία, η Ελλάδα κι ο πόλεμος

Εμείς το καλοκαίρι κάθε χρόνο ερχόμασταν 3 μήνες στην Αθήνα. Ο πατέρας μου το ’30, αγόρασε το σπίτι στην Αβάντων στη Χαλκίδα. Ένα σπίτι, δώρο για τη μητέρα μου ένα τριώροφο. Το επίπλωσε  κι έβαλε και το λιοντάρι αυτό που υπάρχει μέχρι σήμερα στην είσοδο του ξενοδοχείου μας.

«Θυμάμαι πως όταν μας έστελναν γλυκά και κεράσματα στο σπίτι, τα μισά έφταναν»  και κρυφογελά γιατί λέει συνεχίζοντας την αφήγησή της «Τα παιδιά απ’ τον φόβο τους τα έριχναν κάτω και φεύγανε. Έβλεπαν το λιοντάρι και τρόμαζαν».

«Ερχόμασταν κάθε χρόνο εδώ. Οι γονείς μου κάθε καλοκαίρι μ’ αφήναν εδώ πέρα με τη δασκάλα μου και έφευγαν για 15 μέρες στη Βιέννη, γιατί είχε άσθμα ο μπαμπάς. Εκεί υπήρχε μια πηγή και ένα νερό που του έκανε καλό.

Πήγαιναν κάθε χρόνο οι γονείς μου.

Μια χρονιά θυμάμαι  που ήρθαμε το ’39, δεν είχε γίνει ακόμα ο Πόλεμος…

Ήμασταν στην Ελλάδα όταν κηρύχτηκε και τότε έκλεισαν όλα.

Ο πατέρας μου φυλακίστηκε γιατί είχε αγγλικό διαβατήριο και νόμιζαν ότι ήταν Άγγλος κατάσκοπος.

Αηδίες…

Τότε το ξενοδοχείο  «Κεντρικό» το είχαν μετατρέψει σε φυλακή. Εκεί  είχαν μέσα και τον πατέρα μου, τον Αντώνη και τον Μήτσο τους Χαλκιδαίους, δύο ναυάρχους απ’ την Αθήνα και ένα στρατηγό. Ο  πατέρας μου είχε καλές σχέσεις με τον Αρχιεπίσκοπο που ήταν τότε εδώ πέρα και με τον Δήμαρχο τον τότε. Και αυτοί προσπαθήσανε όταν έφυγαν οι Ιταλοί και οι Γερμανοί, προτού κατεβούν στην Χαλκίδα οι αντάρτες απ’ το βουνό, με ένα φορτηγό με κάρβουνα, να τον βάλουν και τον πατέρα μου μέσα και τον περνάνε στην Αθήνα και τον πάνε στο σπίτι μας 3η Σεπτεμβρίου.

Βέβαια, στην 3η Σεπτεμβρίου ήταν η πλευρά τότε με τον Πόλεμο που η μισή Αθήνα και το Σύνταγμα πάνω ήταν με τους Άγγλους.

Εμείς ήμασταν βέβαια  με τους αντάρτες.

Την άλλη μέρα  μας πήγαν με τη μητέρα μου στην Αθήνα, μαζί με τον πατέρα μου. Μόλις φτάσαμε θυμάμαι στην Αθήνα, πήγαμε κατευθείαν κάτω στο υπόγειο. Εκεί  είχαν τότε τα καταφύγια.

Και ήτανε όλη η πολυκατοικία στα καταφύγια.

Κοιμόντουσαν όλοι κάτω. Έρχεται το ίδιο βράδυ ο θυρωρός, ήταν  αριστερός, και λέει στον πατέρα μου:

-Κύριε Πλατανιώτη πρέπει να φύγετε από την πολυκατοικία. Αυτήν τη στιγμήν την κατέλαβαν  οι αντάρτες και μία  Καπετάνισσα απ’ την Χαλκίδα  σας ζητάει!

Εγώ της είπα ότι είσαστε στην Αφρική και εκείνη είπε ότι ήσασταν φυλακή και σας φυγαδεύσαμε! και τότε της απάντησα είπα «δεν ξέρω τέτοια πράγματα» και ούτε είστε εδώ πέρα.

Τότε ο πατέρας μου είχε ένα ξάδερφο στην Αθήνα που ήταν δικηγόρος και στέλνει τον θυρωρό εκείνο το βράδυ και του λέει:

-Πες του ότι εγώ, η γυναίκα μου και το παιδί μου πρέπει να φύγουμε. Αν θέλει να πάμε να μας φιλοξενήσει.

Κι όπως κι έγινε!

Εκεί  πήγαμε και μείναμε ένα χρόνο ως που να ανοίξει η γραμμή! Μόλις άνοιξε η γραμμή, με το πρώτο υδροπλάνο έφυγε ο πατέρας μου, απ’ το Φάληρο και πήγε Αλεξάνδρεια.

Και εμείς έτσι φύγαμε. Ύστερα από 15 μέρες …

Εγώ με τη μητέρα μου με το υδροπλάνο φύγαμε κι εμείς. Εγγλέζικα υδροπλάνα πρέπει να ήτανε…

Το οικόπεδο και τα σχέδια του Lusy

Ο μηχανικός κύριος Βουτσινάς είχε κατέβει κάτω στην Νότια Αφρική. Ερχόμενος από τη Νότια Αφρική, πέρασε Ναϊρόμπι ρώτησε εκεί τον διευθυντή του ξενοδοχείου, «Υπάρχουν Έλληνες εδώ;» και γυρίζει και του λέει:

-Αυτή τη στιγμή μέσα στο σαλόνι κάθεται ο κύριος Πλατανιώτης με τον κύριο Χόρν.

Ο Χόρν ήταν γενικός διευθυντής του πατέρα μου, ήταν αδερφός του Παντελή του Χόρν. Και πάει μέσα στο σαλόνι και γνωρίζει τον πατέρα μου, γνωρίζει και αυτόν, και του λέει του πατέρα μου:

-Από ‘δω είστε;

-Ναι, η πατρίδα μου πλέον είναι εδώ, του απαντά, «εγώ είμαι απ’ τη Λαμία».

-Καλά, του λέει, Έλληνας είστε και δεν έχετε τίποτα στην Ελλάδα;

-Πως δεν έχω, του λέει «έχω μια πολυκατοικία στην 3η Σεπτεμβρίου και έχω και ένα σπίτι της γυναίκας μου στη Χαλκίδα, το αγόρασα το ’30. Αλλά έχω και ένα οικόπεδο στην παραλία της Χαλκίδας. Το έχω δώσει στους κουνιάδους μου κι έχουνε καλοκαιρινό σινεμά, και άλλο ένα οικόπεδο στην Αγορά πάνω, αλλά άστο τώρα δε βαριέσαι…

Αυτός μόλις άκουσε κάτω σου λέει «εδώ θα πιάσω λαυράκι»!

Και του λέει:

-Και γιατί δεν κάνετε κάτι στην Ελλάδα;

-Και τι να κάνω, του λέει στην Ελλάδα; Εγώ εδώ τα ‘χω όλα. Να σηκωθώ από ‘δω να πάω στην Ελλάδα; Αυτή είναι πια η πατρίδα μου.

Έφυγε ο Βουτσινάς.

Το ’51 ο πατέρας μου αρρωσταίνει πιο πολύ με το άσθμα και το ’51 του λένε οι γιατροί πλέον ότι «Δεν πρέπει να μένεις στο κλίμα αυτό, πρέπει να φύγεις».

Και φεύγει ο πατέρας μου κι έρχεται στην Αθήνα. Στο «Φλόκα», πήγαινε ο πατέρας μου και έπινε το καφεδάκι του. Τον βλέπει  τυχαία ο Βουτσινάς  και του λέει:

-Κύριε Πλατανιώτη, στην Ελλάδα;

-Δυστυχώς για την υγεία μου, λέει ο πατέρας μου αλλά είναι πάρα πολύ για μένα», του κάνει.

-Σωπάστε κύριε Πλατανιώτη μια χαρά είστε, τι είναι αυτά που λέτε. Τι γίνεται το οικοπεδάκι στη Χαλκίδα;

-Καλά είναι, του κάνει μπαμπάς μου.

-Δεν κάνουμε κάτι εκεί; λέει ο πατέρας μου:

-Τι να κάνουμε;

-Κάτι να κάνουμε, λέει, για να μείνει και το όνομά σας.

-Μα εγώ δεν είμαι απ’ τη Χαλκίδα, λέει, δε με αφορά. Αλλά είναι η γυναίκα μου την οποία τη λατρεύω οπότε κάτι μπορεί να κάνω.

Κι έτσι αρχίζει το σχέδιο! Εγώ ήμουνα στην Αγγλία τότε, συνεχίζει με το νήμα των αναμνήσεων της η κ.Λούσυ, γιατί σπούδαζα. Το σχέδιο το πρώτο του ξενοδοχείου δεν ήταν αυτό, που είναι σήμερα.  Ήταν ένα πιο μικρό, με δύο ορόφους, το σινεμά, γιατί ο μπαμπάς λέει:

-Δε θέλω εγώ δουλειές στην Ελλάδα.

Και από δύο ορόφους έγινε τούτο ‘δω!

Απ’ την Αγγλία ήταν όλα τα έπιπλα…

Και ανοίγει το Lucy! Δεν πρόλαβε όμως ούτε να το χαρεί.

Πέθανε. Έπαθε εγκεφαλικό και χάθηκε πολύ νέος. Δεν το χάρηκε το ξενοδοχείο παρά  ένα χρόνο μόνο.

Το ’55 άνοιξε το Lucy, το ’56 πέθανε ο πατέρας μου, ήταν τότε 67 ετών.

Νέος ήταν. Αλλά δυστυχώς για μένα που έχασα τον πατέρα μου που ήταν το παν, τρεις μήνες μετά γίνεται το δυστύχημα και έχασα και τον άντρα μου».

Η επανάσταση στην Τανζανία

«Κάποια στιγμή βέβαια έγινε η επανάσταση και μας τα πήραν όλα σε ένα βράδυ. Αλλά ο παππούς δε ζούσε όταν συνέβη αυτό», συνεχίζει τη αφήγηση ο Μίλτος Χέλμης. «Εμείς βγάζαμε 300 τόνους τον μήνα. Όταν πήγα εγώ το ’93, ήταν την περίοδο που ήταν ακόμα κουμουνιστικό καθεστώς, έβγαζαν 70 τόνους. Αλλά ήταν και λίγοι οι εργαζόμενοι. Είχαν μείνει 45 παλιοί εργάτες, δούλευε το ένα εργοστάσιο από τα τρία. Πόσο μάλλον και τώρα που η Αφρική είναι φτηνή κι η οικονομία της είναι υποβαθμισμένη, οπότε όλα είναι φτηνά, τα μεροκάματα ήταν πολύ φτηνά και τότε που πήγα εγώ, το ’93, ήταν 1.5 δολάριο τη μέρα».

Η «Μεγάλη Βρετάνια» της επαρχίας

Το 1951 ξεκίνησε να χτίζεται και ήταν το πρώτο μεγάλο ξενοδοχείο. Δεν υπήρχαν τότε στην επαρχία ξενοδοχεία μεγάλα. Το έλεγαν μάλιστα «Μεγάλη Βρετάνια» της επαρχίας. Ερχόντουσαν τότε διασημότητες και αυτά, δηλαδή Μόνικα Βίτη, εγώ είχα προλάβει τον Έντουαρντ Κένεντι, οι Βασιλείς, οι Πρόεδροι της Δημοκρατίας πέρναγαν από ‘δω, η Γαρυφαλλίδου του Ονάση ερχόταν τακτικά.

Ήταν ένα ξενοδοχείο που είχε 70 άτομα προσωπικό τότε, ήταν πεντάστερο, «λούξ» της εποχής. Τώρα έχουμε 30 αντί για 77 εργαζόμενους που είχαμε τότε. Έχουμε σέρβις σε κάθε όροφο. Εδώ γυρίστηκαν ταινίες όπως Το «Λατέρνα, Φτώχεια και Φιλότιμο» που έχει γυριστεί εδώ μέσα. Ήταν ένα ξενοδοχείο δημοφιλές της εποχής εκείνης. Δεν το χάρηκε πολύ ο παππούς μου είναι η αλήθεια γιατί έφυγε από την Αφρική και ήρθε εδώ 2-3 χρόνια μετά…το έφτιαξε και πέθανε το 1956.

Ο πατέρας μου είχε σκοτωθεί στην Αφρική, οπότε μετά ανέλαβε η μητέρα  μου, συγγενείς και ο πατριός μου. Ύστερα ήρθε και η δικιά μου σειρά, συμπληρώνει ο Μίλτος Χέλμης.

Το Lusy σήμερα

Είμαστε τρία αδέρφια και είμαστε όλοι μαζί. Αυτή είναι η ιστορία του. Βέβαια πέρασε μια πτώση κάποια στιγμή και μετά το ξαναφτιάξαμε σιγά – σιγά και εμείς το ανακαινίσαμε και τώρα πάλι είναι στην αγορά ένα καλό ξενοδοχείο.

Είναι το ξενοδοχείο με την ωραιότερη θέα στη Χαλκίδα, μπροστά στη γέφυρα. Η Χαλκίδα έχει ανέβει τα τελευταία χρόνια, έχει πολύ κόσμο και πολλοί ύ επιχειρηματίες πηγαινοέρχονται, γιατί είναι δίπλα τα Οινόφυτα που είναι μεγάλη βιομηχανική περιοχή και έρχονται ξένοι συνέχεια.

Έχει διασκέδαση κι η Χαλκίδα, καλύπτει όλες τις ανάγκες. Έχει αλλάξει και το πελατολόγιο μας.

Παλιά ερχόντουσαν πιο μεγάλοι, τώρα έρχονται και νεαρά παιδιά, γιατί έχει πολλά μπαράκια, εστιατόρια κλπ. Αλλά και πάλι είναι όμως ένας χώρος και για την τρίτη ηλικία, γιατί  η Χαλκίδα προσφέρει και καλύπτει όλες τις ανάγκες. Το πιο σημαντικό όμως είναι η θέση του, με την πλαζ  απέναντι που αναπτύχθηκε τώρα και συγχρονίστηκε. Περπατώντας 7 λεπτά πας και κάνεις και μπάνιο. Έχεις και την ευκαιρία να θαυμάσεις το φαινόμενο της παλίρροιας ακόμα και από εδώ.

Η φτηνή Αθήνα

Εμείς στο εξωτερικό τη Χαλκίδα, την πουλάμε σαν μια φτηνή Αθήνα, γιατί από δω μετακινείσαι  όπως  και από την Αθήνα, δηλαδή πας Δελφούς, πας Μετέωρα, φτάνεις Ύδρα – Πόρο – Αίγινα.

Όλα αυτά είναι ημερήσιες εκδρομές που τις κάνεις απ’ την Αθήνα και τις κάνεις από εδώ πιο φτηνά, γιατί και τα ξενοδοχεία είναι πιο φτηνά, οι αποστάσεις πιο μικρές, οπότε κάπως έτσι την προωθούμε στο εξωτερικό.

Παράλληλα  ενδιαφέρον έχουν και οι τοπικές εκδρομές, στο υπόλοιπο νησί. Να πας στον Άγιο Ιωάννη το Ρώσο, Βόρεια Εύβοια…γιατί είμαστε στη μέση του νησιού και αυτό είναι μεγάλο πλεονέκτημα. Συγκριτικά με την Αθήνα έχει καθαρότερο περιβάλλον, έχει θάλασσα πολύ κοντά, έχει πολύ μεγάλη ποικιλία από εστιατόρια, σου προσφέρει τα πάντα. Έχει επίσης αρκετές εκδηλώσεις, όπως τη Ρεγκάτα. Εγώ θυμάμαι ένα περιστατικό με τους Ολυμπιακούς Αγώνες, επειδή εκτός από την Αθήνα είχανε πάρει και τις κοντινές πόλεις, είχαν κλείσει ξενοδοχεία, εμείς ήμασταν Ολυμπιακό ξενοδοχείο.

Είχε έρθει μία Αποστολή από την Νιγηρία, οι οποίοι στην αρχή δυσανασχέτησαν, γιατί δεν ήταν κοντά στην Αθήνα, κοντά στο γήπεδο εκεί που γινόντουσαν οι αγώνες και μετά δεν ήθελαν να φύγουν!

Τους λέγαμε να τους πάμε σε ένα ξενοδοχείο στην Αθήνα και επιμένανε να μείνουν εδώ γιατί τους άρεσε. Και η νυχτερινή ζωή είναι αναπτυγμένη, δηλαδή όποιος έρχεται δεν υπάρχει πιθανότητα να πλήξει στην Χαλκίδα.

Ένα ξενοδοχείο με 70 χρόνια ζωής, που από τα σαλόνια και τα δωμάτιά του πέρασαν ιστορικές προσωπικότητες του κόσμου.

Μια ιστορία ολόκληρη με μεγάλη επιχειρηματική πορεία, που πέρασε από τα χέρια τριών γενιών.  Ο τουρισμός της Χαλκίδας ξεκίνησε από το «Lucy». Τότε την δεκαετία του ’50 που δεν υπήρχε τουρισμός ακόμη κι έκανες  2.5 ώρες  για να έρθεις από την Αθήνα. Σήμερα είναι το παλαιότερο αλλά και το πιο προνομιακό ξενοδοχείο της Χαλκίδας.

Πάρη Ντελκή

Τα άρθρα που δημοσιεύονται εκφράζουν τον/την συντάκτη/τριά τους και οι θέσεις δεν συμπίπτουν κατ' ανάγκην με την άποψη του palmosev.gr

Για τις ειδήσεις της Εύβοιας κι όχι μόνο εμπιστευτείτε το palmosev.gr



Αφηστε ενα σχολιο

Η παρούσα φόρμα συλλέγει το όνομα σας και την ηλεκτρονική σας διεύθυνση, ώστε να μπορέσουμε να απαντήσουμε στο σχόλιο σας. Για περισσότερες λεπτομέρειες δείτε το Privacy Policy της ιστοσελίδας μας.

error: