Home > Hot ! > Εστιατόριο Βλαχόπουλος – Τρεις γενιές που νοστίμευαν τις ζωές των ανθρώπων στη βόρεια Εύβοια

Εστιατόριο Βλαχόπουλος – Τρεις γενιές που νοστίμευαν τις ζωές των ανθρώπων στη βόρεια Εύβοια


There are no slides in this slider.



There are no slides in this slider.


Όταν έγινε γνωστό ότι το εστιατόριο  Βλαχόπουλος κλείνει είναι σαν να είδα  την αυλαία  μιας εποχής να κλείνει κι αυτό γιατί αυτό το εστιατόριο αποτέλεσε για δεκαετίες ολόκληρες σημείο αναφοράς της επαρχίας της Ιστιαίας.

Χιλιάδες  άνθρωποι πέρασαν από τα τραπέζια του, γεύτηκαν τις νοστιμιές του και τρεις γενιές ίδρωσαν πάνω από τις μασίνες του. «Ο παππούς μου ο Γιάννης ο Βλαχόπουλος είχε καφέ παντοπωλείο στο Αρτεμίσιο πριν τον πόλεμο ακόμη» ξεκινά την αφήγησή του με νοσταλγία ο συνονόματος εγγονός του, ενώ δίπλα η γυναίκα του Νεκταρία ακούει και συμπληρώνει όπου χρειάζεται .

«Μεταπολεμικά κατέβηκαν στο Πευκί και σε ένα οικόπεδο που είχαν, έφτιαξαν ένα ουζερί εκεί γύρω στο ’45. Τότε  πήγαιναν μόνο οι ψαράδες, κι ο πατέρας μου έφηβος δεκαπεντάχρονος πιτσιρικάς πήγαινε μια και δυο φορές στην Ιστιαία με το γαϊδουράκι για ανεφοδιασμό για το ουζερί, για προμήθειες. Έτσι γινόταν τότε οι μετακινήσεις…

Βλέποντας όμως ότι δεν απέδιδε ότι περιμένανε, αποφασίζουν να πουλήσουν  όλη τους την περιουσία και να αγοράσουν στην Ιστιαία. Το οικόπεδο με ένα παλιό κτίσμα που υπήρχε, στο σημείο που ήταν μέχρι σήμερα το Εστιατόριο Βλαχόπουλος».

 

Στην Ιστιαία το …πολυκατάστημα ο Βλαχόπουλος

«Το 1948 κατεβαίνουν στην Ιστιαία. Έξω καρδιά άνθρωπος πολύ κοινωνικός ο παππούς, μάζευε κόσμο τραγούδαγαν, με τον Μπαλαγιάννη τον Κουτσουμπρή, με άπειρες ιστορίες σόκιν οι πιο πολλές. Αυτό όμως που αξίζει να σημειωθεί ήταν το κλίμα κι οι σχέσεις των ανθρώπων εκείνη την εποχή», λέει ο Γιάννης…

«Δεν ξέρω πως του είχε συμβεί του παππού μου, αλλά θυμάμαι ακόμη την οδοντιατρική πένσα του, γιατί έκανε και τον …οδοντίατρο!

Μου ‘χει μείνει στο πίσω μέρος του μυαλού μου. Είχε μια πένσα οδοντιατρική και εξυπηρετούσε κόσμο, εκεί σε μια γωνιά στο εστιατόριο. Έβγαζε δόντι και ταυτόχρονα σέρβιρε ουζάκι για τον πονόδοντο» λέει γελώντας

«Χωρίς να παίρνει χρήματα- συμπληρώνει η Νεκταρία- κι οι πελάτες φυσικά έκαναν  ουρά»! πολλές φορές ο παππούς αντιδρούσε:

-Δεν θέλω θα με πάνε φυλακή, αι αφήστε με…

«Τον παρακάλαγαν όμως», λέγοντας

– Θα έχω εγώ την ευθύνη, βγάλε μου το δόντι …

« Είχε την τανάλια κι εξυπηρετούσε κόσμο… κι όλα αυτά μέσα στον ίδιο  χώρο», περιγράφει ο Γιάννης. «Τότε ήταν εκείνη την εποχή που ο πατέρας μου ήταν πολύ φίλος και κουμπάρος με  τον Δημήτρη τον  Φάλκο τον κουρέα.

«Φίλοι καρδιακοί έπιναν μαζί τα ούζα τους και κάποια στιγμή άνοιξε το κουρείο …μέσα στο εστιατόριο».

Άλλες εποχές, άλλες συνήθειες, άλλες οι σχέσεις των ανθρώπων. Πιο οικείες πιο ζεστές. Είχε μια καρέκλα κουρέα και σε μια γωνία κούρευε. Το υπόλοιπο ήταν ταβέρνα».

Ήταν κι από μέσα ο παππούς που ‘βγαζε κανένα δόντι…

«Ήταν το πολυκατάστημα της εποχής»    λέει γελώντας η Νεκταρία!

Και βέβαια τότε το ωράριο ήταν συνεχές, από το πρωί μέχρι το βράδυ τα μεσάνυχτα. Ούτε Κυριακές, ούτε αργίες. Ακόμη και το Πάσχα δούλευαν. Απαγορευόταν τότε κάποια εποχή και από την αστυνομία να κλείσεις. Θυμάμαι πως μου ‘λεγε ότι του είχαν κάνει μήνυση και συστάσεις γιατί είχε κλείσει …το Πάσχα!

Σ’ αυτό το μαγαζί δούλεψαν βάζοντας περισσότερους μεζέδες κι αυτό ήταν έτσι μέχρι που ο πατέρας μου ο Νικόλας Βλαχόπουλος πήγε στρατιώτης.

Μετά ανέλαβε ο πατέρας μου γύρω στο 1955, το δούλεψε για λίγο, αλλά πολύ σύντομα κατάλαβε ότι έπρεπε να κάνει κάτι καλύτερο.

Γιατί οι συγκοινωνίες δεν υπήρχαν, οι μετακινήσεις γινόταν  δύσκολα, οι άνθρωποι που κατέβαιναν από τα χωριά έτρωγαν όλη τη μέρα τους στο Ξηροχώρι. Έκαναν τα ψώνια τους, μένανε στην Ιστιαία, έψαχναν να βρουν  να φάνε. Πηγαίνανε στο ουζερί και δεν ήθελαν μόνο τον μεζέ.

Παίρνει τότε έναν μάγειρα και γυρνάει την δουλειά σε εστιατόριο».

Το νέο εστιατόριο και τα… πλατάρια

«Σιγά –σιγά η δουλειά αυξάνονταν και με κάποιες οικονομίες, δουλεύοντας μέρα -νύχτα η ζωή προχωρούσε κι οι σκέψεις για νέο κτίριο ξεχείλιζαν…

Μια μικρή κοινωνία που ήθελε  διέξοδο να εκτονωθεί και τα ‘βρισκε όλα εκεί, στο παλιό το μαγαζάκι του Βλαχόπουλου. Το κουρεματάκι, το μουστακάκι, το ωραίο το ξύρισμα, το μεζέ, το φαγάκι». Θυμάμαι λέει η Νεκταρία  ότι «έρχονταν πελάτες  μέχρι και σήμερα ακόμη από τον παππού του Γιάννη  και μας διηγούνταν ιστορίες, όπως  ο μπάρμπα Νίκος ο Στεργίου που έφερνε ξύλα για την πρώτη κουζίνα που είχε το μαγαζί. Δε θα ξεχάσω τον κυρ Γιάννη τον Παπακωνσταντίνου, τον γνωστό ως Μπεκατσά, όπως και τον Τάκη Καμπανία που ήταν δίπλα μας μέχρι το τέλος και πολλούς πολλούς άλλους που μας στάθηκαν χρόνια ολόκληρα και τους αγαπήσαμε σα συγγενείς».

«Η πρώτη μας μηχανή ήταν ξυλόσομπα. Μασίνα με ξύλα» διευκρινίζει ο Γιάννης. « Μια σόμπα όπως στα σπίτια με φούρνο, όμως πολύ μεγαλύτερη».

Οι γυναίκες πίσω να βοηθάνε, να καθαρίζουν πατάτες, ένας μεγάλος αναβρασμός. Με ποικιλία φαγητών, κοκκινιστά, κρέατα, κοτόπουλα, γιουβέτσια, μαλάκια, χταπόδια φασολάδες λαδερά. Τα πλατάρια όμως  ήταν το φαγητό του λαού! μεζές πολύ φτηνός και σήκωνε κρασί, μπύρα.

Μαζεύοντας χρήματα, ο πατέρας μου αποφασίζει να κάνει ένα καινούργιο κτίριο γιατί ήταν πολύ παλιό το μαγαζί. Έτσι το 1960 το κατεδαφίζει και κάνει το μαγαζί στην μορφή που είναι σήμερα. Με το που έγινε το νέο κτίριο,  γεννήθηκα κι εγώ διηγείται ο Γιάννης ο Βλαχόπουλος.

Όταν ήταν γιαπί πιτσιρικάς ήμουν, ήταν δίπλα μας το στεγνοκαθαριστήριο- βαφείο του Τσαρούχα, αυτό που σήμερα έχει τις κουρτίνες. Ακόμη θυμάμαι τον ατμό της πρέσας έβγαινε μέσα στο δικό μας μαγαζί και με εντυπωσίαζε.

Το καινούργιο κτίριο δεν έγινε μεμιάς, γιατί τώρα έχει και δυο ορόφους. Μετά από μερικά χρόνια έγινε ο  πρώτος  όροφος και μετά από κάμποσα χρόνια έγινε κι ο δεύτερος όροφος. Εξακολουθώντας να δουλεύει ασταμάτητα  ως εστιατόριο.

«Νοικοκύρηδες άνθρωποι έφτιαξαν αυτό και της κόρης τους της Φιλιώς» σχολάζει η Νεκταρία.

«Μια περίοδο που οι άνθρωποι δούλευαν πολύ και πρόκοψαν όλοι. Με φτώχεια αλλά και ανεμελιά. Με χαρά με τραγούδι…»

«Το μαγαζί ήταν τότε στην ακμή του κι άλλαξε σιγά- σιγά, χάθηκε το παρεϊστικο. Αλλάζοντας όμως χάθηκε  και το κλίμα εκείνης της εποχής. Ο παππούς ενώ είχε αποσυρθεί ήταν κάθε μέρα στο εστιατόριο.

Άλλαξαν οι πελάτες, κάποιοι έφυγαν από εδώ, κάποιοι παντρεύτηκαν, με άλλες υποχρεώσεις…»

«Οι πλάκες όμως συνεχίζονταν ακόμη, αλλά μόλις ερχόμουν εγώ λέει η Νεκταρία σταματούσαν κι έλεγαν στα σιγανά, απ’ το τραπέζι  14

– Έρχεται το κορίτσι…

Το τραπέζι το 14 ήταν αυτό που κάθονταν περισσότερο  οι φίλοι, δίπλα στο 1, το δικό μας τραπέζι, το τραπέζι του μαγαζιού».

«Τον πατέρα μας δεν τον βλέπαμε πολύ στο σπίτι», θυμάται ο Γιάννης. «Αν ήταν σπίτι εγώ νόμιζα πως ήταν Πάσχα ή κάτι τέτοιο. Κάποια στιγμή  αργότερα, όταν  άνοιξαν οι δουλειές του πολύ, είχε πάρει και γκαρσόνια.  Θυμάμαι είχε τον Βασιλείου, δούλευε για πολλά χρόνια σε μας κι από εκεί, από το δικό μας μαγαζί  ξεκίνησε τη δουλειά του πλακατζή. Η πρώτη του επαγγελματική δουλειά ήταν στο εστιατόριό μας».

 

Το παζάρι της Ιστιαίας κι η κοσμοπλημμύρα

«Τότε εκείνα τα χρόνια γινόταν χαμός με το παζάρι, ήταν γύρω στο 1970. Εμείς στο εστιατόριο ζούσαμε μια «τρέλα» με τέσσερα γκαρσόνια να τρέχουν και να μην φτάνουν.  Όλοι οι  παζαριώτες κι όλα τα χωριά, περνούσαν από του Βλαχόπουλου. Το μαγαζί  μας να είναι γεμάτο, να μην υπάρχει άδειο κάθισμα πουθενά κι  όλος  ο διάδρομος γεμάτος όρθιους να περιμένει  σε ουρά μέχρι  έξω τον δρόμο. Μαγειρεύαμε ακόμη και δεκαπλάσιες ποσότητες, δεν σταματούσε να μαγειρεύει η κουζίνα, στην περίοδο του Παζαριού καθόλου. Ήταν κυλιόμενη η λειτουργία της. Ο πεθερός μου ήταν εκεί και απλά μαγείρευε», περιγράφει η Νεκταρία.

«Πάντα υπήρχαν αντιπρόσωποι για παραγγελίες για ανεφοδιασμό των μαγαζιών, αλλά ο πεθερός μου δούλευε με όλα τα χωριά, από όπου έπαιρνε όλες τις πρώτες ύλες τα κοτόπουλα τα τυριά ακόμη και τα ξύλα για την κουζίνα. Γίνονταν ένας κύκλος, ο ένας στήριζε τον άλλο. Εκείνη την περίοδο στη γενιά του πεθερού μου υπήρχε πολύς κόσμος που έρχονταν να φάει που δεν μπορούσαν να φύγουν το μεσημέρι γιατί δεν υπήρχε συγκοινωνία. Έτσι θα πήγαιναν και στον Κρίνο να φάνε την πάστα τους, στο Λαζαρίδη ή στο Βαλκανιώτη να πάρουν τα γιαουρτάκια τους και θα κλείσουν τη μέρα τους στην Ιστιαία. Σε όλες τις γιορτές γίνονταν μεγάλος αναβρασμός πάντα, Χριστούγεννα Πάσχα και Δεκαπενταύγουστο. Είναι λογική  συνέπεια, γιατί κατέβαιναν μαζικά για να ψωνίσουν. Η πιο δύσκολη περίοδος ήταν η Μεγάλη Εβδομάδα με τα νηστίσιμα και τα θαλασσινά, γιατί οι σουπιές και τα καλαμάρια ήθελαν καθάρισμα. Τότε δεν υπήρχαν τα έτοιμα καθαρισμένα που υπάρχουν τώρα. Είναι δύσκολα τα θαλασσινά. Μαύριζε όλη η κουζίνα μας από τα μελάνια να φανταστείς.

Ξενοδοχείο φαγητού και ύπνου

Εκείνη την εποχή όταν ο πεθερός μου, έκανε το εστιατόριο ο πρώτος όροφος ήταν ενοικιαζόμενα δωμάτια. Τα ενοικιαζόμενα δωμάτια τα είχε αναλάβει η πεθερά μου, από την οικογένεια Σταμούλη, αλλά ήταν γνωστή ως οικογένεια Τσόκου. Όλα.

Σεντόνια, πετσέτες, καθαριότητα.

Προκομμένη γυναίκα!

Ξενοδοχείο ύπνου και φαγητού. Εκείνη την περίοδο, υπήρχαν στην Ιστιαία το ξενοδοχείο του Λίτσα, του Θέμελη και του Κραβαρίτη στην πλατεία. Το ξενοδοχείο ύπνου περισσότερο εξυπηρετούσε διερχόμενους αντιπροσώπους, γιατί από τα χωριά σπάνια έμενε κάποιος να κοιμηθεί.

Το πιο προσιτό πιάτο ήταν το κοτόπουλο ενώ το πιο δημοφιλές ήταν το τας κεμπάπ, που έφτιαχνε ο πατέρας μου. Όσο περνάγανε τα χρόνια, λίγο πριν αποσυρθεί ο πεθερός μου έκανε πολύ ωραίο νουά μοσχάρι στο φούρνο, ονομαστό, συμπληρώνει η Νεκταρία!

 

Από την κουζίνα μέχρι την …Αμερική

«Εγώ από δέκα χρονών σερβίριζα κι έτσι ανέπτυξα οξεία όσφρηση, γεύση. Από την μυρωδιά μπορώ να καταλάβω αν είναι καλό το φαγητό ή όχι. Ταυτόχρονα όμως παρακολουθούσα και βοηθούσα στην κουζίνα και στο σερβίρισμα που ήταν πιο κοπιαστικό για τον πατέρα μου.

Μαθαίνω και σιγά – σιγά μπαίνω στη δουλειά από μικρό παιδί. Αυτό ήρθε χωρίς να το σκεφτώ γιατί εγώ γεννήθηκα μέσα στην κουζίνα δεν είχα άλλη επιλογή».

«Θυμάμαι κάθε μέρα 1:30-3:30 μετά το σχόλασμα από το σχολείο βοηθούσα κι εγώ στο μαγαζί –την ώρα αιχμής- μέχρι που τέλειωσα το Λύκειο. Μετά για δυο χρόνια μέχρι να πάω φαντάρος δούλευα κανονικά στο εστιατόριο».

«Το μαγαζί εκείνη την εποχή σημείωνε κάμψη γιατί υπήρχαν πολλά αυτοκίνητα κι οι άνθρωποι από τα χωριά δεν κατέβαιναν πια όπως πρώτα. Πέρασε η περίοδος της ακμής. Κι ο πατέρας μου σκέφτονταν «Το παιδί μας θα συνεχίσει έτσι, μ’ όλο αυτό το κακό εδώ πέρα μια ζωή σκλάβος της κουζίνας;»

«Για ένα διάστημα αποφάσισα να αλλάξω επάγγελμα κι έκανα υποδηματοποιείο, αλλά δεν με ικανοποιούσε από θέμα δημιουργικότητας. Έτσι αποφασίζω να πάω Αμερική –είχαμε και συγγενείς που με φιλοξένησαν- μήπως μπορέσω να κάνω κάτι. Βέβαια είχαμε γνωριστεί με την γυναίκα της ζωής μου τη Νεκταρία» λέει τρυφερά ο Γιάννης κοιτώντας  την γυναίκα του.

Τελικά έπεσα στα ίδια, παλιά μου τέχνη κόσκινο!

Πήγα και δούλευα σε δυο δουλειές και παρακολουθούσα και μια σχολή με τέσσερις ώρες ύπνο κάθε μέρα…

Αισθανόμουν σαν δούλος. Ξένος από κάθε άποψη. Μεγάλος ρατσισμός με τους μετανάστες κι εκτίμησα ότι στην Ελλάδα ήμουν αφεντικό στη δουλειά τη δική μας…

Παρόλο που πριν φύγω έλεγα «η τελευταία δουλειά που θα κάνω θα είναι το εστιατόριο-λόγω κούρασης- όταν γύρισα αποφάσισα να συνεχίσω αυτή τη δουλειά, πάντα βέβαια υποστηριζόμενος από την αγάπη μου».

Νέα πνοή και νέα κουζίνα

Όταν γύρισα το 1987 η πρώτη κίνηση είναι να κάνω το μαγαζί στη σημερινή μορφή του.

Τα οικονομικά εκείνη την περίοδο ήταν περιορισμένα και σε  δυο με τρεις μήνες ξανάστησα το μαγαζί με πολύ προσωπική εργασία από το πάτωμα μέχρι και τα πλακάκια της κουζίνας. Είχαμε πάρει μια μασίνα που δούλευε με πετρέλαιο κι ενώ ξεκινούσε πιο γρήγορα μετά γινόταν …κολαστήριο. Μια τεράστια πυρακτωμένη πλάκα που έβαζες παντού κατσαρόλες και  τις μετακινούσες όπου ήθελες με φούρνο από κάτω.

Από τις 6:00 το πρωί στις 11:30 τελείωνε το μαγείρεμα μετά σερβίρισμα και μετά προμήθειες. Θυμάμαι είχα αλλάξει τρεις φορές το ένα μαντέμι κι έλιωνε μετά από δυο χρόνια. Έφτανε το τέλος του μαγειρέματος κι ήμουν μούσκεμα ολόκληρος. Ιδρωμένος και έφευγα για να κάνω μπάνιο πριν συνεχίσω, το σερβίρισμα. Μια μέρα την ώρα που τελείωνα έρχεται η πεθερά μου με είδε και μου είπε:

-Αγόρι μου εσύ θα πεθάνεις έτσι όπως δουλεύεις κι εγώ απάντησα:

– Υπομονή κάνουμε, μαζεύουμε λεφτά για μια κουζίνα υγραερίου.

-Και πόσο έχει τέλος πάντων αυτή η κουζίνα;

-Ένα εκατομμύριο δραχμές της απάντησα.

Ένα σεβαστό ποσό τότε.

Η Νεκταρία θυμάται και συνεχίζει : «Η μάνα μου φεύγει και πάει στην Εθνική και βάζει ένα εκατομμύριο δραχμές στο όνομά μου. Τις οικονομίες της που με πολύ κόπο είχε μαζέψει.  Πάει στο σπίτι και με παίρνει τηλέφωνο» και μου λέει:

-Νεκταρία αυτή τη στιγμή θα πάρεις τηλέφωνο το Γιάννη τώρα και θα παραγγείλει τη μηχανή που θέλετε να πάρετε. Έχω βάλει στο βιβλιάριο το εκατομμύριο που χρειάζεστε. Δε θέλω να βλέπω τον Γιάννη να κουράζεται τόσο πολύ».

Την άλλη μέρα παραγγείλαμε την καινούργια μηχανή. Μέσα σε μια βδομάδα την είχαμε. Η μάνα μου μας βοήθησε πάρα πολύ παντού.

Τώρα που κλείνει το μαγαζί είμαστε πολύ συγκινημένοι, όταν τα σκεφτόμαστε όλα αυτά.

Η αλλαγή στην δουλειά μας, με την καινούργια μασίνα,  ήταν τεράστια! Είχαμε μεγαλύτερη παραγωγή κι ευκολότερη, κι όλα αυτά χάρη στην πεθερά μου συμπλήρωσε ο Γιάννης συγκινημένος.

Οι συνθήκες είχαν αλλάξει και το παλέψαμε πολύ με την Νεκταρία που ενώ δούλευε αρχικά στο φαρμακείο του Κοκκινόζη, βοηθούσε και στο εστιατόριο και δουλεύαμε μαζί, καθόταν στο σπίτι διάβαζε τα παιδιά και ταυτόχρονα στήριζε και μένα».

«Από είκοσι χρονών μπαινόβγαινα στο εστιατόριο, με τους Βλαχοπουλαίους κι ο πεθερός κι η πεθερά μου ήταν πολύ καλοί άνθρωποι» θυμάται η Νεκταρία κι είπα στον εαυτό μου: «Εδώ έχει πολλή δουλειά ή θα το αγαπήσεις και θα δουλέψεις ή τελείωσες». Η δουλειά με δίδαξε ότι μπορώ να τα βγάλω πέρα σ’ ότι κι αν αναλάβω, συμπλήρωσε η Νεκταρία που θυμήθηκε τη συμβουλή της μητέρας της «τι φοβάσαι, χέρια δεν έχεις;»

 

Η ακμή και το τέλος

 

«Έφτιαξα κι εγώ την κουζίνα μου κι ο Γιάννης μου έφτιαξε ένα παράθυρο για να χαζεύω τα λουλούδια της αυλής μου όταν μαγείρευα. Αγαπήσαμε τον κόσμο και δεν κοιτάξαμε ποτέ τον πελάτη στην τσέπη. Όπου μπορούσαμε βοηθούσαμε. Πρώτα βλέπαμε τα φαγητά που τελείωναν και μετά το ταμείο που δεν ανταποκρινόταν πάντα με τις μερίδες που σερβίραμε.

Το αγαπήσαμε το μαγαζί και κάναμε τα πάντα. Από τα χέρια μας έβγαινε δουλειά από τέσσερα άτομα μαζί… Ήμασταν σαν να υπήρχε ένα σώμα, κοιταζόμασταν και συνεννοούμασταν απλά χωρίς λόγια.

Το προσπαθήσαμε πολύ με τις καλύτερες πρώτες ύλες, με δουλειά πεσμένη, μεγαλώσαμε κι εμείς τα παιδιά μας μέσα στο εστιατόριο. Σιγά – σιγά τα παιδιά βοηθούσαν κι αυτά όπου μπορούσαν κι ο κόσμος γύρισε πίσω.

Η άνοδος ήταν αργή αλλά σταθερή. Τα τελευταία χρόνια δουλεύαμε και πακέτο  ικανοποιώντας τις ανάγκες μιας άλλης εποχής πια.

Οι γυναίκες εργάζονταν και πολλές δεν προλάβαιναν να μαγειρέψουν. Μέχρι και φαγητό για μωρά ετοιμάζαμε. Υπήρχε εμπιστοσύνη. Ο κόσμος ήθελε να δει την βιτρίνα μας, με δεκαπέντε και είκοσι φαγητά μαζί, να διαλέξει. Το διαδίκτυο βοήθησε κι αυτό γιατί οι ίδιοι οι πελάτες μας το είχαν ζητήσει. Ήθελαν να βλέπουν τι είχαμε στην κουζίνα μας και έτσι έγινε.

Τώρα που κλείνουμε, το εστιατόριο βρίσκεται και πάλι στην ακμή του. Πολλές φορές σκεφτόμαστε μήπως και έπρεπε να το κρατήσουμε, αλλά η απόφαση μας ήταν τελική.

Η Μεγάλη Παρασκευή ήταν η τελευταία μέρα που λειτούργησε το μαγαζί. Κτύπαγε κι η καμπάνα, όλη μέρα κι η συγκίνησή μας ήταν μεγαλύτερη.

Το τελευταίο φαγητό, το τελευταίο σερβίρισμα.

Ακόμη και την τελευταία μέρα ρωτήσαμε τα παιδιά μας, αν ήθελαν να το συνεχίσουν. Ο Νικόλας υποψήφιος διδάκτωρ κι η Βάσια παραδίδει την διπλωματική της τον Ιούνιο. Έχουν πάρει το δικό τους δρόμο πια.

Εμείς ζήσαμε από το εστιατόριο με αξιοπρέπεια σπουδάσαμε τα παιδιά μας και τους ευχαριστούμε όλους για αυτό».

Το  εστιατόριο Βλαχόπουλος που νοστίμευε τις ζωές μας κλείνει και μαζί του παίρνει και τις αναμνήσεις από τρεις γενιές που στάθηκαν ακάματα πάνω από μασίνες, κατσαρόλες και φούρνους, για να σερβίρουν με αγάπη τις νοστιμιές σ’ όλη τη βόρεια Εύβοια, που πέρασε από τα τραπέζια του.

Πάρη Ντελκή

Τα άρθρα που δημοσιεύονται εκφράζουν τον/την συντάκτη/τριά τους και οι θέσεις δεν συμπίπτουν κατ' ανάγκην με την άποψη του palmosev.gr

Για τις ειδήσεις της Εύβοιας κι όχι μόνο εμπιστευτείτε το palmosev.gr



Αφηστε ενα σχολιο

Η παρούσα φόρμα συλλέγει το όνομα σας και την ηλεκτρονική σας διεύθυνση, ώστε να μπορέσουμε να απαντήσουμε στο σχόλιο σας. Για περισσότερες λεπτομέρειες δείτε το Privacy Policy της ιστοσελίδας μας.

error: