Home > Αρθρα - Επικαιροτητα > Εφιάλτης στον δρόμο με τις μάσκες

Εφιάλτης στον δρόμο με τις μάσκες


There are no slides in this slider.



There are no slides in this slider.


                                                                                                          Φωτογραφία του Jubair Bin Iqbal, από μια βροχερή μέρα στο Bangladesh.

Εφιάλτης στον δρόμο με τις μάσκες
του Αρκτούρου

Γυρνάω σπίτι, λίγο μετά τα μεσάνυχτα του πιο καυτού Σαββάτου. Περνώ μέσ’ από το κέντρο της πόλης. Η ζέστη μου είναι αδιάφορη· όχι, ψέματα. Μου αρέσει η ζέστη. Έχω βαρεθεί την γκρίνια γύρω από το “πόσο ζέστη κάνει, θεέ μου”. Είναι καλοκαίρι. Κάποτε, έπαιζες μπουγέλο πάνω στο τσιμέντο που έβραζε. Δεν είχες δεύτερα παπούτσια, ούτε και φορούσες την κάλτσα μέχρι τον λαιμό. Κατηφορίζοντας προς τα πιο σκοτεινά στενάκια αυτής της φοβισμένης πόλης, μόνο μερικές φιγούρες, δεξιά κι αριστερά, μου θυμίζουν ότι αυτό το πράγμα κατοικείται ακόμα. Κάποιος στρίβει, κάποιος άλλος ανηφορίζει. Κανείς δεν κοιτάζει κανέναν. Ή δεν βλέπει. Ή δεν παρατηρεί. Κι εγώ κατεβαίνω. Όσο πιο βαθιά μπορώ, στον βούρκο της ακινησίας που κάποιοι άλλοι έχουν επιλέξει. Κυριακή πρωί, οι ίδιοι δρόμοι, τα ίδια καταστήματα, τα ίδια πεζοδρόμια, θα είναι κατάμεστα. Είναι επιλογή, σκέφτομαι, να βγαίνεις για καφέ, αλλά όχι το Σάββατο το βράδυ. Η πόλη αυτή, η πόλη μου, κάποτε ζούσε επί 24 ώρες. Την ώρα που γυρνάω, αυτή την μαύρη ώρα, η βραδιά στην πόλη μου δεν θέλει να τελειώσει. Η βραδιά τώρα ξεκινάει, για όσους θέλουν να την ζήσουν. Μετά τις 12. Ακόμα και η Βίσση, στις 12 βγαίνει. Προηγουμένως, κάποιοι άλλοι συνάδελφοι προθερμαίνουν το κοινό της. Μια παρέα νεαρών μετράει τις ελπίδες της στα παγωτά που λιώνουν. Κάποιοι άλλοι βαριούνται αμήχανα, κάτω απ’ την σημαία του ζαχαροπλαστείου της γειτονιάς. Είπαν να βγουν, αλλά προφανώς δεν τους βγήκε. Απελπισία. Κάποιοι κατά ‘δώ, κάποιοι άλλοι κατά ‘κεί. Καθένας με την πολιτική του. Στην πόλη μου υπήρχαν τουλάχιστον τρία καταστήματα ειδών μουσικής (μουσικά albums, κλπ.). Σήμερα υπάρχει ένα, το οποίο λόγω Covid παραμένει μισόκλειστο. Και τί περισσότερο να κάνει αυτός που το έχει; Να περιμένει την επόμενη “πανδημία” να περάσει; Ναι, πανδημία σε εισαγωγικά. Like it or not. Εδώ, καλά-καλά, δεν υπάρχει παγκόσμια και επίσημα αποδεκτός ορισμός της πανδημίας (Έκθεση “Make it the Last Pandemic“, σελ. 24: “The IHR (2005) do not use or define the term “pandemic”“, International Health Regulations (IHR)). Η δε Επιτροπή εμπειρογνωμόνων του Π.Ο.Υ. (H1N1 IHR Emergency Committee) που κήρυξε “πανδημία”, το 2009-2010 (Η1Ν1), αναγκάστηκε εκ των υστέρων να αποκαλυφθεί· χρηματίστηκε από τις μεγάλες φαρμακοβιομηχανίες, με στόχο να ανεβάσει τεχνηέντως το επίπεδο επικινδυνότητας της Η1Ν1 στο επίπεδο 6 (επίπεδο πανδημικού συναγερμού). Δεν πιστεύεις; Μην πιστεύεις. Ποσώς μ’ ενδιαφέρει. Δεν κάνω προσηλυτισμό. Η επιστήμη δεν είναι θρησκεία. Αρκεί να σου πω ότι το θέμα συζητήθηκε στο Συμβούλιο της Ευρώπης, όπου εκ των υστέρων αποφασίστηκε η πολιτική παραδοχή της εξαπάτησης (AS/Soc (2010) 12), αλλά και στο Κοινοβούλιο της Ένωσης, μέσω της πρωτοβουλίας της Michèle Rivasi για σύνταξη σχετικής Έκθεσης (A7-0035/2011). Η πολιτική οφείλει να προνοεί. Αλλιώς, είναι μια agenda με όλα αυτά που θέλεις ή δεν θέλεις να κάνεις. Προχωράω. Στρίβω δεξιά, στρίβω αριστερά. Λέω, δεν μπορεί, κάτι θα κινείται. Δρόμοι στενοί, στενάχωροι, αφιλόξενοι. Μερικές λάμπες ερείπια κρέμονται νοσταλγικά πάνω απ’ το κεφάλι μου. Πάλι καλά να λες. Υπάρχουν και δρόμοι χωρίς φώτα. Προνομιούχος στην απελπισία μου, συνεχίζω την κάθοδο ακάθεκτος. Ένα επαγγελματικό φορτηγάκι Ι.Χ., παρατημένο βιαστικά στην άκρη του δρόμου, σαν κάποιος να το άφησε φεύγοντας οριστικά σε άλλους κόσμους. Κάδοι ριγμένοι, κάδοι σπασμένοι, κάδοι που τους λείπει το πάνω μέρος. Μάσκες πεταμένες όπου να ‘ναι, μαζί με κουτιά από αναψυκτικά, τσιγάρα και σοκολάτες. Η όαση των τρωκτικών, στην πιο διευρυμένη εκδοχή της αμφίσημης πολιτικής περί “δημόσιας υγείας”. Υπερθέαμα πολυτελείας. Εισιτήρια εντός. Στον Καναδά, βεβαίως, και σε άλλες χώρες, φυσικά, οι κάδοι οικιακών απορριμμάτων είναι ευθύνη του κάθε σπιτιού. Καθένας έχει τους κάδους του μέσα στο σπίτι του, και τους βγάζει έξω μόνο την μέρα που πρόκειται να γίνει η αποκομιδή. Λίγο μετά τα μεσάνυχτα, προσπαθώ και πάλι να πείσω τον εαυτό μου ότι ζω στην προηγμένη δύση· πλην ματαίως. Και δεν έχω καν πιεί. Κάνω πως δεν βλέπω το ένα, κάνω πως δεν βλέπω το άλλο. Και πάλι δεν είναι ακριβώς έτσι. Είναι πολύ πιο σύνθετο. Το βλέπω, αλλά δεν το βλέπω. Το κοιτώ, αλλά δεν το παρατηρώ. Το παρατηρώ, αλλά δεν το σκέφτομαι. Το σκέφτομαι, αλλά δεν βγάζω άκρη. Μεθυσμένος από θεσμική και ατομική απαξίωση, αφήνω την βραδινή ανάλαφρη ζέστη να μου ψιθυρίσει τα δικά της μυστικά. Νωχελικά. Ειρηνικά. Σιωπηλά. Μα, πόση σιωπή μπορεί να χωρέσει σ’ ένα καυτό μεσογειακό καλοκαίρι; Η απάντηση είναι εύκολη. Η σιωπή είναι το μεγαλύτερο κοινό μας μυστικό. Σιωπή εσκεμμένη. Σιωπή ηθελημένη. Σιωπή βολεμένη. Σιωπή που απλώνεται στους δρόμους, μυστικά ακολουθώντας τα βήματα μιας νύχτας που δεν θέλει να τελειώσει. Στις παρυφές των χαμηλών σπιτιών, όσων ακόμα έχουν απομείνει ανάμεσα σε άθλιες πολυκατοικίες, μερικές κληματαριές επιβίωσαν της σφαγής του παρελθόντος. Δεν μας αρέσει να θυμόμαστε. Βολευόμαστε στο να κοιτάμε μόνο μπροστά. Κάποιοι δε εξ ημών κοιτούν -παραδοσιακά- μόνο ψηλά (και από ψηλά). Δεν βλέπουμε τριγύρω, ούτε πίσω μας. Ξεχάσαμε. Ξεχάσαμε κατ’ αρχήν να ζούμε. Την κάθε στιγμή. Το κάθε λεπτό. Την ζέστη του μεσημεριού. Το κρύο που χτυπάει το επτασφράγιστο παράθυρο. Την μυρωδιά του βρεγμένου χώματος. Kι εγώ κατεβαίνω. Τα φώτα της πόλης κυνηγούν την σκιά μου. Μα, όπου κι αν σταθώ, δεν έχω πόλη. Κατεβαίνω μόνος, γυρεύοντας την δική μου φυγή. Κάποια περίπτερα, ελάχιστα, περιμένουν τον αναπάντεχο πελάτη, που γυρίζει από μια νύχτα που δεν έχει καν αρχίσει. Τα φορτηγά πάν’ κι έρχονται, φορτωμένα ψεύτικες ελπίδες σε τιμή ευκαιρίας. Είδη ανάγκης ή πολυτελείας, για μια ζωή που δεν ξέρεις ή δεν θέλεις πια να ζήσεις. To να μην μπορείς το αφήνω στην άκρη. Είναι δεδομένο. Όπως και το ψέμα. Το βλέπω πίσω απ’ τις κλειστές πόρτες, μιας πόλης που κάποτε ζούσε παθιασμένα. Γιατί αφήσαμε τον Covid να σαρώσει τα πάντα; Υποτίθεται πως μας αιφνιδίασε. Υποτίθεται πως είχαμε χρόνια πολλά να ζήσουμε μια παρόμοια κατάσταση. Υποτίθεται πως δεν γνωρίζαμε. Υποτίθεται πως τίποτα επικινδυνότερο (πλην της μη αναγνωρισμένης ανθρώπινης βλακείας) δεν έχει ξαναχτυπήσει την πόρτα μας. Υποτίθεται. Υποτίθεται. Υποτίθεται. Fucking liars. Έκθεση Make it the Last Pandemic, της ανεξάρτητης επιτροπής εμπειρογνωμόνων που συνέστησε ο ίδιος ο Π.Ο.Υ. (The Independent Panel for Pandemic Preparedness and Response), σελ. 15: “The fast-moving SARS epidemic had shaken the world in 2003“. Και τώρα το καλύτερο. Στις 13-7-2022 (ναι, το δούλεμα συνεχίζεται κανονικά), o Mr. Chief strategic advisor to the Hellenic Government on the pandemic (guess who), μας είπε ότι “η πανδημία ήρθε για να μείνει” (δηλαδή το είπε στους χρυσοπληρωμένους ευρωβουλευτές, και σε όσους άντεξαν να ακούσουν τα άθλια αγγλικά ενός κατά τ’ άλλα διεθνούς κύρους επιστήμονα, καθώς οι διερμηνείς των Βρυξελλών βρίσκονται σε απεργία διαρκείας, με αίτημα να διορθωθεί ο απαράδεκτα κακός ήχος των εξ αποστάσεως παρεμβάσεων· αν δεν πιστεύεις, δες εδώ και εδώ). Sorry. Τώρα είναι το καλύτερο. Έκθεση Make it the Last Pandemic (12-5-2021), σελ. 45: “The current pandemic needs to be stopped as quickly as possible“. Γελάω. Το μόνο θετικό σ’ αυτό το νεκροταφείο ζωντανών ψυχών από σκυρόδεμα και κλειδαμπαρωμένες πόρτες ασφαλείας, είναι ότι δεν υπάρχει κανείς να με περάσει για τρελό. Κατεβαίνω την πόλη, μόνος, ανάμεσα σε μια “πανδημία” που πρέπει αλλά δεν θέλει να τελειώσει. Ανάμεσα σε δύο κόσμους, μοναχικό ερείπιο μιας ανεξάρτητης πορείας, που πρέπει παρ’ όλα αυτά να ντυθεί, να πλυθεί, να κοιμηθεί, να διασκεδάσει. Φτάνοντας σιγά-σιγά στο τέλος της διαδρομής, συνειδητοποιώ ότι βγήκα στον κόσμο, αλλά δεν είδα κανέναν. Είδα, αλλά δεν πίστεψα. Σκέφτηκα, αλλά δεν ένιωσα. Ένιωσα, αλλά κανείς δεν ήταν εκεί για να μοιραστεί τα δικά του συναισθήματα. Σε μια έρημη πόλη, μεσάνυχτα Σαββάτου, κάποια φώτα παραμένουν ορθάνοιχτα. Είναι τα δικά μου φώτα, απαραίτητα για όλες αυτές τις σκοτεινές εσωτερικές διεργασίες. Την επόμενη φορά, σκέφτομαι, που θα με αναγκάσετε να ξαναζήσω τον ίδιο εφιάλτη, επιβάλλοντάς μου να ζω σε μια πόλη που δεν αναγνωρίζω, τολμήστε τουλάχιστον να αναλάβετε την ευθύνη να είστε ειλικρινείς ως προς το τί εστί πανδημία. Θα σας πρότεινα να συμπεριλάβετε τις επιθέσεις επικίνδυνων ειδών φιδιών, σε παγκόσμιο επίπεδο, που είτε οδηγούν σε βασανιστικό θάνατο, είτε αφήνουν μόνιμες παρενέργειες (“More than one million died of snake bites in India in the past 20 years“, 8-7-2020, BBC, “Snake attacks in India are a real problem that no one is talking about“, Scroll, 7-3-2016), σε τουλάχιστον 100.000 ανθρώπους κάθε χρόνο. Θύμα αυτής της πανδημίας αδιαφορίας, ένα κοριτσάκι 5 ετών από την Ινδία (Girl, 5, dies after being bitten by snake while playing hide-and-seek“, Metro, 25-7-2022), που έχασε την ζωή του όχι από την επίθεση του φιδιού, αλλά επειδή οι γιατροί ενός δημόσιου νοσοκομείου της επαρχίας της Βόρειας Dinajpur της πολιτείας της Δυτικής Βεγγάλης (Ινδία) “were unable to save her“. Σπούδασαν και προσλήφθηκαν, αλλά ήταν ανίκανοι να σώσουν ένα παιδάκι που τώρα ξεκινούσε να ζει· το καταλαβαίνεις αυτό; Και μετά θέλεις να σώσεις τον κόσμο από έναν “άκρως επικίνδυνο ιό”, που ακόμα δεν μας είπες τίποτα επιστημονικό για την φύση του. Καλά να περπατάω μόνος, αλλά να πεθαίνω και χωρίς βοήθεια; Νομίζω πως ήρθε η ώρα να βγάλουμε τις μάσκες μας. Καλύτεροι είναι οι τύποι που έβγαλαν τα πάντα, απ’ την μέση και κάτω, σ’ ένα party που έγινε στο κέντρο της Αθήνας, την στιγμή που η μισή χώρα κατακαίγεται; Λέω να κοιμηθούμε, έστω για ένα βράδυ, με το πραγματικό μας πρόσωπο ακουμπισμένο σ’ ένα μαξιλάρι που άντεξε επί μακρόν το βάρος μιας άκρως επικίνδυνης διπροσωπίας. Ίσως να ξυπνήσουμε σ’ έναν καλύτερο, ή τέλος πάντων πιο συνεκτικό κόσμο. Σ’ έναν κόσμο που, ρε αδερφέ, θα έχουμε πρώτα βρει το αντίδοτο στα τσιμπήματα φιδιών, αραχνών, και διαφόρων άλλων επικίνδυνων ειδών του ζωϊκού βασιλείου (συμπεριλαμβανομένων των ανθρώπων, ιδίως δε των πολιτικών, και κυρίως των πολιτικών της δύσης), και μετά θα ψάχνουμε λύσεις σε προβλήματα που εμείς οι ίδιοι έχουμε καταχρηστικά δημιουργήσει. Λίγο πριν κοιμηθώ, ξανασκέφτομαι βιαστικά τα κλειστά καταστήματα, τα ενοικιαστήρια, τα στοιχειωμένα της πόλης μου στενά δρομάκια, τα δέντρα, τα φύλλα, τα κλήματα. Και το μικρό αβοήθητο παιδάκι απ’ την Ινδία. Απ’ το παιχνίδι στον θάνατο, το μόνο της ζωής του ταξίδιον συναντιέται με τον εφιάλτη ενός δρόμου γεμάτου απουσία.

 

Τα άρθρα που δημοσιεύονται εκφράζουν τον/την συντάκτη/τριά τους και οι θέσεις δεν συμπίπτουν κατ' ανάγκην με την άποψη του palmosev.gr

Για τις ειδήσεις της Εύβοιας κι όχι μόνο εμπιστευτείτε το palmosev.gr



Αφηστε ενα σχολιο

Η παρούσα φόρμα συλλέγει το όνομα σας και την ηλεκτρονική σας διεύθυνση, ώστε να μπορέσουμε να απαντήσουμε στο σχόλιο σας. Για περισσότερες λεπτομέρειες δείτε το Privacy Policy της ιστοσελίδας μας.

error: