Home > Hot ! > Νίκος Ντελκής: Το μυαλό είναι το μεγαλύτερο όπλο του ανθρώπου

Νίκος Ντελκής: Το μυαλό είναι το μεγαλύτερο όπλο του ανθρώπου


There are no slides in this slider.



There are no slides in this slider.


 

Πολλές ήταν οι διηγήσεις που άκουγα από παιδί, γνωρίζοντας κι ενώνοντας κομμάτια της Ιστορίας, τόσο του τόπου, όσο και της χώρας μας. Μέσα από διηγήσεις του πατέρα μου, για τη ζωή και τους δικούς του ανθρώπους, που έχασε έναν – έναν με μεγάλο πόνο, πήρα μαθήματα ζωής και ανθρώπινης δύναμης, όταν τον βλέπω ακόμη μέχρι σήμερα να διατηρεί το ίδιο δρομολόγιο, με τον ίδιο τρόπο, απ’ τον ίδιο δρόμο, κάθε μέρα. Σπίτι – μαγαζί, μαγαζί – σπίτι. Δουλειά και πάλι δουλειά. Αγάπη για την οικογένεια του. Μια ζωντανή θυσία για όλους μας. Ακόμη και μέχρι σήμερα που έφυγε 21 Μαΐου 2021, μετά από μια πορεία 92 ετών, στέκονταν δίπλα μας να μας συμβουλεύει να  μας συντροφεύει, χαρίζοντας αγάπη και συνέχεια στην οικογένεια.

 

 

 

Δημήτρης Ντελκής. Ο παππούς

«Ξημέρωνε 25 Μαρτίου του 1952, όταν ο Διοικητής έστειλε το τζιπ να σηκώσουμε τη σημαία στα μετόπισθεν. Ήταν 7 η ώρα το πρωί, όταν ήρθε να με πάρει το τζιπ, από τα χαρακώματα. Ήμουν στο μέτωπο στην Κορέα όταν έλαβα το γράμμα από τη μητέρα μου, που δεν είχα προλάβει να διαβάσω. Το άνοιξα και μου ‘γραφε: «Ο πάππους σου πέθανε. Μη στεναχωριέσαι!». Εκείνη τη στιγμή περνάγαμε μπροστά από την πύλη των Τούρκων. Με χτύπησε στο στήθος μια ριπή από μυδράλιο. Ευτυχώς φορούσα κράνος και αλεξίσφαιρο γιλέκο. Οι σφαίρες πέφτανε σαν κουφέτα από πάνω μου. Από το σοκ δεν θυμάμαι τίποτε, όλα έσβησαν. Μετά ξαναβρέθηκα στο μέτωπο».

Ο Δημήτρης Ντελκής ο παππούς, ήταν για μένα δεύτερος πατέρας. Είχε έρθει από τον Πλάτανο του Αλμυρού πριν το 1900. Ορφανό παιδί και ήξερε λίγο από καροποιία. Έφυγε από τη Μαγνησία και άλλαξε το όνομά του. Πρόσθεσε στο επίθετό του ένα νι. Το επίθετό του ήταν Τελκής, όπως ο ίδιος έλεγε ήταν ένα «παρατσούκλι» που τους είχαν βγάλει οι Τούρκοι και σήμαινε αλεπού. Έτσι έγινε Ντελκής. Ξέραμε ότι απέναντι είχε μια αδελφή την Σοφία, τίποτε άλλο. Μια μέρα όπως μου έλεγε η γιαγιά μου η Πανωραία πέρασε μπροστά από το σπίτι της με το λαντό του ένα δίτροχο αμάξι. Τότε η γιαγιά μου έμενε σε ένα στενό στον Πάνω Πλάτανο. Γνωρίστηκαν και μετά παντρεύτηκαν. Η γιαγιά μου η Πανωραία Σαρανταένα είχε έρθει από τη Λαμία και η γιαγιά της, όπως η ίδια μας έλεγε ήταν πρώτη ξαδέλφη του Αθανάσιου Διάκου. Από το γάμο τους απέκτησαν τέσσερα παιδιά. Έκαναν πρώτα τον Γιάννη, τον πατέρα μου το Θύμιο, τον Πανταζή και το τελευταίο τους παιδί τον Παναγιώτη που τον έχασαν σε μικρή ηλικία. Ο πατέρας μου Θύμιος Ντελκής, ήταν ομορφόπαιδο και μόλις είδε την Μαρία Βούλγαρη (Σαμούρη) την έκλεψε σε ηλικία μόλις 14 ετών! Μας εξιστορούσαν το πώς κλέφτηκαν εκείνη την εποχή και πως κρύφτηκαν στο καμπαναριό της Ευαγγελίστριας. Τελικά παρά το μικρό της ηλικίας τους έγινε ο γάμος. Το σπίτι του, ο παππούς μου το έχτισε το 1920. Είχε φέρει όπως μας περιέγραφε τους καλύτερους μαστόρους από το Βόλο. Επίλεκτα ήταν όλα τα υλικά που χρησιμοποίησε την εποχή εκείνη και μέχρι σήμερα ακόμη μπορεί κανείς να διακρίνει αυτή την καλή ποιότητα των υλικών σ’ ένα σπίτι που χτίστηκε πριν από 91 χρόνια. Ο παππούς μου, ο Δημήτρης Ντελκής ήταν ο αρχηγός ολόκληρης της οικογένειας. Θυμάμαι σαν παιδί τις διακοπές που πηγαίναμε όλο το καλοκαίρι, στην Αιδηψό. Τότε όλοι μέναμε στο σπίτι του παππού. Ήμασταν 14 άτομα συνολικά. Ο παππούς με τη γιαγιά, ο πρώτος τους γιός ο Γιάννης, με την γυναίκα του Τασία Σουελέ και τα κορίτσια τους, τη Πανωραία και την Καίτη. Ο πατέρας μου, Θύμιος Ντελκής με τη γυναίκα του και όλους εμάς τα παιδιά τους, τον Δημήτρη, τον Κώστα, τον Παναγιώτη, την Κική και εμένα τον μικρότερο το Νίκο Ντελκή. Μαζί μας έμενε επίσης και ο τρίτος γιός της οικογένειας, ο Πανταζής Ντελκής, ο οποίος δεν είχε παντρευτεί ακόμη. Αργότερα παντρεύτηκε με τη Μορφούλη Σφακιανού και απέκτησαν δύο γιούς τον Κώστα και τον Δημήτρη Ντελκή.

 

Η Δημαρχία κι ο πόλεμος

Ο παππούς μου ψηφίστηκε Δήμαρχος Ιστιαίας την τετραετία 1936 – 1940. Ήταν έξυπνος άνθρωπος. Το μεγαλύτερό του έργο ήταν η δεξαμενή της Ιστιαίας, που έφτιαξε επί Ιωάννη Μεταξά με 7.000.000 δρχ. δάνειο. Οι αντιδράσεις για το δάνειο από τους Ξηροχωρίτες ήταν μεγάλες. Όλοι όμως, είχαν προβλήματα με διάφορες ασθένειες εξ’ αιτίας του νερού γιατί τα υπόγεια ύδατα που επικοινωνούσαν με τα πηγάδια της Ιστιαίας, πέρναγαν από το νεκροταφείο. Σκέφτηκε ότι θα έπρεπε να φτιάξει ένα δίκτυο ψηλά και έτσι έγινε η δεξαμενή, η οποία βρίσκεται στην Αγία Τριάδα μέχρι και σήμερα. Όταν πήραν το δάνειο έφτιαξαν τους δρόμους, άπλωσαν τους σωλήνες και μετά ξέσπασε πόλεμος. Τα λεφτά αχρηστεύτηκαν, και χάθηκαν. Όμως οι μάστορες δούλευαν μέσα στο πόλεμο και το υδραγωγείο της Ιστιαίας έγινε τζάμπα. Έφτιαξε το δρόμο για το Νεοχώρι και τα προχώματα στον Ξηριά. Είχε πάρει μια καταβρεχτήρα για το δρόμο και κάθε απόγευμα πήγαινα βόλτα με τη καταβρεχτήρα.

Όταν ήρθαν οι Ιταλοί ο Καραμπινιέρος (Διοικητής των Ιταλών) του είπε να συνεργαστεί με τους Ιταλούς. Όταν του απάντησε όχι, αυτός τον έδιωξε από τη Δημαρχία. Έρχεται θυμάμαι ο παππούς μου νευριασμένος στο σπίτι και είπε μπροστά μου «Δεν δέχτηκα να γίνω ρουφιάνος των Ιταλών».

Μετά από δύο μέρες, έφεραν από τη Χαλκίδα έναν Έπαρχο αντικαταστάτη του παππού, που μετά από πέντε ημέρες τον σκότωσαν οι αντάρτες. Μόλις σταμάτησε ο πόλεμος στην Αλβανία, Μάιος ήταν και περιμέναμε να γυρίσει από το μέτωπο ο θείος μου ο Πανταζής. Τότε ήταν που πέθανε ο πατέρας μου. Είχαμε ήδη μετακομίσει στο δικό μας σπίτι, λίγο πιο πίσω από αυτό του παππού. Εγώ ήμουν δεν ήμουν, έντεκα χρονών. Μετά άρχισαν τα δύσκολα.

Ο άλλος παππούς μου, από τη μάννα μου, ο Σαμούρης είχε κτήματα, με ότι λογής δέντρο ήθελες, συκιές, αχλαδιές, ροδιές, σαν Παράδεισος ήταν. Εκεί πρώτος έτρωγα, τις «αποστολιάτικες αχλάδες», τις πρώιμες. Η μητέρα μου δούλευε και με έπαιρνε και εμένα μαζί. Δεν είχε που να με αφήσει. Δούλευε ο αδελφός μου ο Κώστας κι ο Παναγιώτης στο καροποιίο, ενώ ο Δημήτρης και εγώ πηγαίναμε σχολείο. Ήμουν συμμαθητής με την Βιργινία Σταματοπούλου, την Ανθούλα Κουλούρη και τη Μαλάμω Παπαγεωργίου.

Όταν έρχονταν τα αεροπλάνα να βομβαρδίσουν μπαίναμε στο σπίτι γιατί είχε χοντρή πλάκα τσιμέντο και είχε πει η αστυνομία να μπαίνουμε μέσα όταν χτυπάει η καμπάνα με το συναγερμό.

Στον πόλεμο, στην Ιστιαία είχε πολλή μεγάλη παραγωγή από ελιές και λάδι και έβγαζαν οι άνθρωποι χόρτα, είχαν και ζώα και τα έφερναν βόλτα, δε ζήσαμε την πείνα της Αθήνας.

 

Το καροποιείο και το Άγιο Όρος

«Τα τρία αδέλφια, ο Γιάννης, ο Θύμιος ο πατέρας μου και ο Πανταζής, είχαν μεγάλο καροποιείο στην Ιστιαία, απέναντι από την Ευαγγελίστρια, όπως ήταν στην Αθήνα ο Σαραγκάκης. Έφτιαχναν κάρα που έστελναν μέχρι τη Λαμία και τη Λάρισα. Ο πατέρας μου, ο Θύμιος Ντελκής ήταν μερακλής τα ζωγράφιζε κιόλας. Ενώ τον χάσαμε μέσα στο πόλεμο, μας βοήθησε η δουλειά μας με τα μελίσσια να ζήσουμε. Όλοι μαζί με την μητέρα μας, είχαμε πολύ μεγάλη 25 τόνοι παραγωγή μελιού. Μετά ασχοληθήκαμε με το εμπόριο. Αν και ήμουν μικρότερος, συνήθως είχα τις περισσότερες ιδέες για το τι θα πρέπει να κάνουμε και τις συζητούσαμε πάντα με τον παππού, την μητέρα μου και τα αδέλφια μου. Από τον παππού μου πήρα πολλά πράγματα. Ο αδελφός μου ο Κώστας και ο Παναγιώτης δούλευαν στα κάρα. Με τον θείο μου Πανταζή κάναμε εμπόριο ξυλείας. Γύρω στο 1945 ήταν όταν πήγα με τη μητέρα μου στην Αθήνα για να πάρουμε φορτηγό. Τότε ο γιατρός Βλαχοθανάσης, τη συμβούλεψε ν’ ανοίξουμε μαγαζί. Θυμάμαι πήγαινα στο Βόλο για παραγγελίες και έκλαιγα στο δρόμο. Τότε δεν ήξερα τίποτε. Δεν είχα άνθρωπο να με βοηθήσει. Είχα χάσει τον πατέρα μου. Τελικά όμως τα κατάφερα. Πήραμε σιγά – σιγά όλη τη δουλειά στα χέρια μας.

Ο αδελφός μου ο Δημήτρης είχε τελειώσει αριστούχος την Ανωτάτη Εμπορική και είχε διοριστεί στην Εφορία πλοίων. Έφορος στο Πειραιά. Όμως τον χάσαμε κι αυτόν. Πέθανε το 1948 από καρδιά. Είχε ταλαιπωρηθεί πολύ η υγεία του από τότε που είχε ανέβει στο βουνό, στο πρώτο αντάρτικο. Απέκτησε από νεαρός ρευματισμούς και πάει. Κηδεύτηκε στην Αθήνα δεν τον μπορέσαμε να τον φέρουμε εδώ. Τότε οι μετακινήσεις ήταν πολύ διαφορετικές. Οι Γερμανοί είχαν κάψει τα σπίτια, υπήρχε ανάγκη ο κόσμος να τα ξαναστήσει. Μόλις έφυγαν οι Γερμανοί με την καινούργια δραχμή, κάναμε εμπόριο με ελιές και μελίσσια.

Εκείνη την εποχή, ήμουν δεν ήμουν δεκαοκτώ χρονών κι είπα στην μητέρα μου: «Είχα ακούσει τον πατέρα μου να λέει, ότι στο Άγιο Όρος μπορούμε να βρούμε καλή ξυλεία. Θέλω να πάω». Αφού συμβουλευτήκαμε τον παππού, εγώ και ο αδελφός μου ο Κώστας πήραμε το πλοίο «Τέτη» από την Αιδηψό και φτάσαμε Θεσσαλονίκη. Ήταν τότε που ακόμη γινόταν οι τελευταίες μάχες στο Γράμμο και δε μπορούσαμε να πάμε δια ξηράς. Από Θεσσαλονίκη φτάσαμε στην Ιερισσώ και παραλία-παραλία βγήκαμε στη Μονή Ξενοφώντος. Μας βάλανε στ’ αρχονταρίκι. Ακόμη θυμάμαι τα κύματα που χτυπάγανε στο τοίχο του μοναστηριού.

Η Κορέα

Το 1950 πήγα στρατιώτης με πρότειναν για ανθυπολοχαγό. Δεν ήθελα να πάω γιατί θα έκανα τρία χρόνια. Εγώ ήθελα να φύγω όσο το δυνατόν γρηγορότερα. Θυμάμαι ακόμη όταν βγήκε ο Διοικητής στο στρατό και λέει:

«ο Ντελκής θα πάει στην Κορέα». Έμεινα στη βάση στο Καβούρι στα Λ.Ο.Κ. για δύο χρόνια. Μετά με «μπαγλαρώσανε» στο καράβι για την Κορέα. Δεν ήθελα να πάω με τίποτε. Μου είπαν αν δεν πας θα σε τουφεκίσουμε. Έμεινα εκεί ένα χρόνο. Ο πόλεμος εκεί ήταν πολύ χειρότερα, από αυτό που ζήσαμε λίγα χρόνια πριν στην Ελλάδα. Άλλοι τρελάθηκαν, άλλοι τραυματίστηκα, άλλοι δε γύρισαν ποτέ. Εγώ τραυματίστηκα το τελευταίο λεπτό. Όταν πήγαμε στην Κορέα την πρώτη μέρα, θυμάμαι τον λοχαγό μου τον Εμμανουήλ Καφάτο μου, από το Ηράκλειο Κρήτης που μας είπε: «Θέλουμε να φτιάξουμε μία διμοιρία θανάτου» και είπα εντάξει. Δεν με ένοιαζε, ήθελα να τους δείξω ότι είμαι άντρας και ότι δεν υπολογίζω τίποτα. Ήρθε η ώρα να κάνουμε μία επίθεση, να καταλάβουμε ένα ύψωμα. Μας πήγανε στον παπά να μεταλάβουμε. Μπαίναμε στη σκηνή ένας – ένας.

Ακούω ακόμη τη φωνή του παπά που με ρώτησε:

«Τι επιθυμίες έχεις»;

«Δεν έχω τίποτε», του απάντησα.

Όταν βγήκα έξω έπεσα πάνω στο Διοικητή τον Γιώργο Κομανάκα από τη Μάνη και παρουσιάστηκα.

«Στρατιώτης Νικόλαος Ντελκής. Θα πάω και θα καταλάβω πρώτος το ύψωμα, να καρφώσω την Ελληνική Σημαία».Τότε αυτός μου είπε:

«Ο Ντελκής να πάει στα μαγειρεία, σε ειδική αποστολή».

Περιμένω μία – δύο μέρες και μου λένε να αναλάβω τον εφοδιασμό του τάγματος. Ο Λοχαγός μου ήταν ο Καρουζάκης. Πολύ καλός άνθρωπος. Πήγε και έγινε υπασπιστής του Διοικητή. Στα μαγειρεία που ήμουν ερχόντουσαν Κορεάτες πεινασμένοι. Ελεεινοί και τρισάθλιοι. Στενοχωριόμουν και τους έδινα κρυφά κονσέρβες. Τις είχα μοιράσει. Όταν με ανέκριναν το παραδέχτηκα και μου έδωσαν 40 ημέρες φυλακή, γιατί θα έπρεπε να θάψω τα τρόφιμα, να μην τους ταΐσω.

Όταν ο Καρουζάκης είδε το χαρτί της φυλακής, το έσκισε αμέσως. Αυτός ήταν όταν ήρθε μια μέρα οχτώ η ώρα το πρωί με μία ομάδα, δίπλα μας. Στάθηκε και μας είπε:

Σταμάτησε ο πόλεμος!

Ένας στρατιώτης δίπλα μου τρελάθηκε. Άρχισε ξαφνικά να πυροβολεί. Πέσαμε όλοι πάνω του. Μετά τον πήρανε. Δεν τον ξανάδε κανείς.

Η ανακοίνωση έγραφε: «Από τις οχτώ η ώρα το απόγευμα σταματά ο πόλεμος. Παύσατε πυρ».

Υπογράφαμε όλοι ότι δεν θα ρίξουμε. Αν το κάναμε θα πηγαίναμε Στρατοδικείο. Ήταν οχτώ παρά, όταν πήρα το τζιπ. Ο Διοικητής μου, μου είπε: «Πήγαινε να φέρεις μπύρες για να γλεντήσουμε». Έφυγα πριν τις οκτώ. Λίγα λεπτά πιο μπροστά με περίλαβε το πυροβολικό το Κινέζικο. Έριξαν καταπάνω μου το τελευταίο βλήμα. Δίπλα μου ήταν αμερικανικό νοσοκομειακό. Με πήρανε και έμεινα ένα μήνα στο Νοσοκομείο. Στο λόχο διαδόθηκε ότι σκοτώθηκα. Ο Θεόδωρος Θεοδώρου από τα Καμάρια, που ήμασταν μαζί στην Κορέα, έγραψε γράμμα στο σπίτι του, στη μάνα του. Η μάνα του ήρθε από τα Καμάρια και το έμαθε και η μητέρα μου. Έκλεισαν τότε το μαγαζί μας για δεκαπέντε ημέρες. Με είχαν για πεθαμένο. Έψαχναν στην Αστυνομία, το Γενικό Επιτελείο Στρατού. Τίποτε. Όταν συνήλθα έγραψα γράμμα και ενημερώθηκαν οι δικοί μου. Γύρισα στην Ελλάδα το Δεκέμβριο του 1952. Μόλις βγήκα από το καράβι ήταν ο αδελφός μου ο Παναγιώτης και η μητέρα μου. Του έδωσα το σακίδιο μου και μας έβαλαν στα φορτηγά. Αντί να πάω στο Ρουφ έφυγα και πήγα στη Ν. Ιωνία στη αδελφή μου και μετά στην Ιστιαία. Από τον στρατό ειδοποίησαν την Αστυνομία. Μετά από δεκαπέντε ημέρες, γύρισα. Πήρα το απολυτήριο με τρεις μήνες άδεια. Το 1955 πήρα το πρώτο μου αυτοκίνητο. Άλλες εποχές τότε. Ήμουν «κοριτσάς». Έβαζα όλες τις φίλες μου μέσα και πηγαίναμε βόλτα, για καφέ στα Λουτρά. Είχε και πικάπ και ακούγαμε τότε Μαίρη Λίντα, Θεοδωράκη και άλλα. Μετά χάθηκε ο αδελφός μου ο Κώστας 1961, η μητέρα μου μετά από δύο χρόνια και η αδελφή μου η Κική το 1966.

Ο αδελφός μου ο Παναγιώτης έφυγε για την Αγριά με την οικογένεια του, το 1977. Ακόμη και σήμερα βρίσκομαι στη πρώτη γραμμή της μάχης με το γιο μου τον Θύμιο Ντελκή, που ασχολείται σήμερα με το εμπόριο των αλουμινίων. Αλλάζουν οι εποχές.

Πάρη Ντελκή

Τα άρθρα που δημοσιεύονται εκφράζουν τον/την συντάκτη/τριά τους και οι θέσεις δεν συμπίπτουν κατ' ανάγκην με την άποψη του palmosev.gr

Για τις ειδήσεις της Εύβοιας κι όχι μόνο εμπιστευτείτε το palmosev.gr



error: