Home > Hot ! > Άδεια η πόλη, που πήγαν όλοι;

Άδεια η πόλη, που πήγαν όλοι;

 

Ανδρέας Φαδάκης

 

 

 

Το δρομολόγιο γνωστό, μια by the book ρουτίνα των τελευταίων ημερών.

Ιστιαία – Κανατάδικα και τούμπαλιν.

Ποτέ άλλοτε η φράση, “σπίτι δουλειά, δουλειά σπίτι”, δε βρήκε πλήρη εφαρμογή και νόημα.

Ένα νόημα για το οποίο όλοι μιλούν, ανάμεσα σε τέσσερις τοίχους.

 

Η φύση της δουλειάς μου τέτοια, που σε καλεί να βγεις από το σπίτι, θαρρείς πρωταγωνιστής σε μια ταινία περιπέτειας.

 

Οι ημέρες κυλούν όπως οι αθλητές όταν καλούνται να μιλήσουν για το επόμενο ματς, τον επόμενο στόχο.

“Κοιτάμε κάθε ματς ξεχωριστά. Βήμα – βήμα και στο τέλος θα κάνουμε ταμείο.”

Έτσι και οι μέρες, ξεχωριστές. Που η καθεμία της, φέρνει και άλλα δεδομένα – μέτρα.

Τα τελευταία δέκα χρόνια το πρωινό, καθημερινό, ξύπνημα λόγω δουλειάς με ανταμώνει με το πρόσωπο μιας πόλης που κοιμάται. Λογικό αν σκεφτείς ότι είναι 7 η ώρα που φεύγω από το σπίτι.

Με μετρημένους στα δάκτυλα ανθρώπους να ετοιμάζουν τα μετερίζια τους. Καφετέριες, περίπτερα, τυροπιτάδικα, φούρνοι στην πρώτη γραμμή μιας νέας μέρας. Κάποτε.

 

Τρίτη πρωί. Βγαίνω από το σπίτι. Κάποιος πρέπει να πετάξει τα σκουπίδια. Αποστολή σε εφαρμογή.

Πλέον, φτάνοντας στην πλατεία της Ιστιαίας, οι κόκκινες κορδέλες σου γνέφουν αγκαλιασμένες με τα τραπεζοκαθίσματα.

 

Οι καφετέριες με καφέ στο χέρι για συντροφιά για όποιον το θελήσει και οι περιπτεράδες άγρυπνοι φρουροί μιας ζωής που κυλά σε άλλους βηματισμούς, με στόρια κατεβασμένα. Μέχρι τις 8, σου λέει, που ανοίγουν.

Οι φούρνοι της εκάστοτε γειτονιάς κι εκείνοι στο προσκήνιο. Από τους “τελευταίους των Μοϊκανών” για το ψωμί του οικογενειακού τραπεζιού.

Η πρώτη καλημέρα, ορφανή, που ψάχνει κάπου να κρατηθεί.

Μπαίνω στο αυτοκίνητο, το ραδιόφωνο ανοιχτό. Στα ηχεία του ακούγεται το “Βράδυ Σαββάτου” του Βασίλη Παπακωνσταντίνου και ο στίχος “άδεια η πόλη, που πήγαν όλοι”, έρχεται να συμπληρώσει ιδανικά το όλο σκηνικό.

Βέβαια, εκείνος μιλά για μια ερωτική απογοήτευση αλλά ας μην αφήνουμε μια λεπτομέρεια να μας χαλάει την ιστορία, σωστά;

Επιστρέφω σπίτι, αποστολή εξετελέσθη.

 

Ρεπό ενόψει, η δουλειά μπορεί να περιμένει. Άλλωστε είναι τέτοια η φύση της, που ανήκω σε εκείνους που συνεχίζουν να εργάζονται κανονικά. Ένα 8ωρο διάλειμμα από την νέα καθημερινότητα.

 

Φτιάχνω καφέ ελληνικό, λάικ δε ολντ γκουντ ντεις.

Κάθομαι στο μπαλκόνι με τσιγάρο για συντροφιά, η οικογένεια κοιμάται, μαζί της και η πόλη θαρρώ.

 

“Μπαμπάκα, δεν δουλεύεις σήμερα, θα μου αναφωνήσει η Διονυσία με το που σηκωθεί. Το βλέμμα της με τους δύο γονείς στο σπίτι, μου δίνει να καταλάβω την χαρά της. Μαζί με την απορία της γιατί δεν μπορούμε να πάμε τις καθιερωμένες βόλτες μας. Μιλάμε, συζητάμε για τα νέα δεδομένα. Τα παιδιά πρέπει και οφείλουμε να ξέρουν.

 

 

Οι εικόνες όσων βιώνουμε θα μείνουν για τον ιστορικό του μέλλοντος, ιδανικό υλικό καταγραφής, όρεξη να ‘χει.

Τα μαθήματα και τα διδάγματα των ημερών αυτών, οφείλουμε να κρατήσουμε και με τούτα να πορευτούμε. Έχοντας το συνάνθρωπο κοινό γνώμονα στο πως δρούμε και συμπεριφερόμαστε.

 

Άλλωστε, σε κάθε ερώτηση, ο άνθρωπος είναι η απάντηση…

There is no slider selected or the slider was deleted.

Αφηστε ενα σχολιο

Η παρούσα φόρμα συλλέγει το όνομα σας και την ηλεκτρονική σας διεύθυνση, ώστε να μπορέσουμε να απαντήσουμε στο σχόλιο σας. Για περισσότερες λεπτομέρειες δείτε το Privacy Policy της ιστοσελίδας μας.

error: