Home > Αρθρα - Επικαιροτητα > «Ο Μύλος του Κωνσταντή στην Κοκκινομηλιά»

«Ο Μύλος του Κωνσταντή στην Κοκκινομηλιά»

Λίγα χιλιόμετρα έξω από την Κοκκινομηλιά, μέσα σε δάσος γεμάτο πλατάνια και με το ρέμα να περνά από δίπλα, στην τοποθεσία «Βαμπακιά», βρίσκεται ο νερόμυλος, της οικογένειας Στέφου, ο μοναδικός νερόμυλος που παραμένει σε πολύ καλή κατάσταση, βέβαια εκτός λειτουργίας από το 1985. Ο Γιώργος Στέφος μας μίλησε για την οικογενειακή αυτή επιχείρηση και μας είπε:

«Ο μύλος ξεκίνησε από τον παππού μου, Αναστάσιο Στέφου και πέρασε στα χέρια του πατέρα μου Κωνσταντή. Είμαι 75 χρονών και μεγάλωσα στο μύλο από 15 χρονών. Τότε ο μύλος ήταν σαν ένα εργοστάσιο. Ο πατέρας μου και η μάνα μου δούλευαν εκεί μέρα νύχτα, κύριος βέβαια κάτοχος που δεν έλειπε ποτέ από εκεί ήταν η μάνα μου, η Ελένη, η Μυλωνού. Όλα εξαρτιόνταν από εκείνη. Είχε τρεις λειτουργίες το κτίριο, τη νεροτριβή, το μαντάνι και το μύλο για να αλέθουμε το αλεύρι. Κόσμος έρχονταν από Βουτά, Κούλουρο, Κυπαρίσσι. Μόνο η Κοκκινομηλιά είχε 750 με 800 ψηφοδέλτια και διθέσιο σχολείο. Τότε υπήρχαν τρεις μύλοι στο χωριό. Του Αγγελή Στέφου, του Σταματόγιαννη και ο δικός μας. Έρχονταν με τα ζώα φορτωμένα με τσουβάλια με καλαμπόκι ή σιτάρι, βοηθούσαμε να ξεφορτώσουμε, ζυγίζαμε και γράφαμε το όνομα. Δε μπορούσαν να πάρουν το αλεύρι την ίδια μέρα, συνήθως ήταν έτοιμο 2 μέρες μετά. Η πληρωμή δε γινόταν με χρήματα, ο κόσμος τότε δεν είχε. Κρατούσαμε το δικαίωμα, ένα μέρος δηλαδή του καρπού. Ο καθένας έπαιρνε το άλεσμα από τον καρπό που έφερνε. Δεν μαζεύαμε δηλαδή μεγάλες ποσότητες σιταριού ή καλαμποκιού, από διαφορετικούς ανθρώπους και στο τέλος να κάνουμε τη μοιρασιά. Ο μύλος δούλευε για τον καθένα ξεχωριστά. Καλό καρπό έφερνες, καλό αλεύρι θα έπαιρνες. Επειδή ο μύλος ήταν περίπου 3 χιλιόμετρα έξω από το χωριό και έπρεπε να είμαστε συνέχεια εκεί, είχαμε ένα μικρό δωμάτιο που μέναμε, με τζάκι, αν κάποιος ερχόταν από μακριά, μπορούσαμε να τον φιλοξενήσουμε αφού εκεί ήμασταν χειμώνα καλοκαίρι. Έξω είχαμε αποθήκη, είχαμε τα ζώα μας δίπλα και δύο σκυλιά πολύ καλούς φύλακες, δεμένα τη μέρα και ελεύθερα τις νύχτες.

Εκτός από το μύλο, είχαμε όπως σας είπα και νεροτριβή. Το νερό συγκεντρωνόταν ψηλά στη δεξαμενή έπεφτε στο βαρέλι (μήκους 6 περίπου μέτρων) και με πολύ πίεση κατέληγε σε μία μεγάλη γούρνα που μέσα είχε τις βελέντζες που η κάθε νοικοκυρά ήθελε να πλύνει. Η πίεση βοηθούσε ώστε να καθαρίζονται πολύ καλά τα ρούχα.

Είχαμε επίσης και μαντάνι. Οι γυναίκες ύφαιναν στον αργαλειό, και έρχονταν να βάλουν στο μαντάνι το ύφασμα, το οποίο με την πίεση του νερού “έμπαζε” και γινόταν πιο σκληρό, η γνωστή τσούκνα. Η τσούκνα είναι σκληρό ύφασμα με το οποίο φτιάχναμε σακάκια, κάπες, παντελόνια. Το νερό δεν ήταν αρκετό ώστε να λειτουργεί ταυτόχρονα η νεροτριβή, το μαντάνι και ο μύλος, έτσι κάθε φορά λειτουργούσε μόνο το ένα από αυτά. Το νερό το παίρναμε από το μύλο που βρισκόταν πιο πάνω, το ποτάμι ξεκινούσε από ψηλά και μαζευόταν σε μία στέρνα πολύ νερό, για να μπορεί να δουλέψει ο μύλος. Αν κάποιος χρειαζόταν αλεύρι, δεν είχε δικό του ή δεν του έφτανε, ερχόταν και αγόραζε από εμάς. Ο μύλος λειτούργησε μέχρι το 1985 περίπου. Όταν φτιάχτηκε ο κεντρικός δρόμος του χωριού, κόπηκε το βουνό και τα μπάζα τα έριξαν στο ποτάμι. Το αυλάκι λοιπόν που κατέβαινε μέχρι κάτω στο μύλο είχε μπαζωθεί οπότε ήταν πια αδύνατη η λειτουργία του μύλου. Υπήρχαν πια συγκοινωνίες και έτσι ο κόσμος φόρτωνε τον καρπό και τον πήγαινε στους σύγχρονους κυλινδρόμυλους και η δουλειά είχε μειωθεί πολύ. Μακάρι οι καιροί να ήταν διαφορετικοί και να μπορούσαμε να συντηρήσουμε το νερόμυλο και να είναι σε πολύ καλή κατάσταση. Όχι μόνο γιατί τώρα πια ο κόσμος ψάχνει αυθεντικά προϊόντα και θα είχε το σπιτικό του αλεύρι, αλλά και για συναισθηματικούς λόγους».

Βάσω Δημητράκη

error: